Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Η μπάλα είναι μόνο η αφορμή

Σηκώθηκε στις εννιά το πρωί. Έπρεπε να πάρει ένα πλούσιο πρωινό σε ενέργεια και υδατάνθρακες. Σε λίγο θα έβγαινε για την πρωινή προπόνηση. Πέντε χιλιόμετρα τρέξιμο. Προετοιμασία για τον μαραθώνιο. Καθημερινή προετοιμασία για τον μαραθώνιο της ζωής. Πριν ξεκινήσει με τα συμπληρώματα, τα ενεργειακά ποτά και τα φρούτα άνοιξε το κινητό του. Οι μέρες πλησίαζαν και έπρεπε να το υπενθυμίσει σε όλους. Ήταν μια υπόσχεση που δεν έπρεπε να αθετηθεί. Τέσσερα χρόνια πριν, το είχαν υποσχεθεί ο ένας στον άλλον. Ανεβοκατεβάζει με το δάχτυλο του την οθόνη. Ομαδικό μήνυμα. Πέντε παραλήπτες. «Σε μια εβδομάδα στις 19:00 το απόγευμα στον Καράφλα, αφήστε ότι κάνετε κι ελάτε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω».
Ντύθηκε με τις στενές εσωθερμικές του φόρμες, φόρεσε το ρολόι που μετράει τους παλμούς και τα χιλιόμετρα και άνοιξε την σιδερένια εξώπορτα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε. Θυμήθηκε τον Δήμο. Την έκανε ακόμη πιο βαθιά την ανάσα.
Ο πρώτος που παρέλαβε το μήνυμα ήταν ο Νίκος. Είχε μόλις ξυπνήσει με εμφανώς κακή διάθεση για να πάει στη δουλειά. Ποιος μαλάκας είναι πρωί πρωί σκέφτηκε. Ακόμα δεν άνοιξα τα μάτια μου και θα μου ζαλίσουν τ’ αρχίδια; Όταν διάβασε το μήνυμα σκέφτηκε. Καλά μαλάκας είναι; Μένουμε σε απόσταση πέντε λεπτών και μου έστειλε μήνυμα; Τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Ο Νίκος έμενε για χρόνια στην πρωτεύουσα. Η απόφαση να επιστρέψει στην γενέτειρα του δεν ήταν αυτό που θα έλεγε κανείς οικειοθελής. Κατά τα φοιτητικά του χρόνια είχε αποφασίσει να υποκύψει στους εθισμούς του. Στην αρχή μερικά αθώα τσιγάρα στα διαλλείματα από τις αίθουσες της αποβλάκωσης ήταν το «ηρεμιστικό» του. Δεν είναι επικίνδυνo ούτε εθιστικό συνήθιζε να λέει. Φυσικό προϊόν και στράβωνε το πρόσωπο με το γλυκό χαμόγελο της μαστούρας. Η ερώτηση που τον χαρακτήριζε ήταν «έχεις χαρτάκια»; Με το πέρασμα του χρόνου οι παρέες και οι προτεραιότητες άλλαξαν. Το ταλέντο που είχε στο να βάζει τις λέξεις στη σειρά παραμερίστηκε και η καθημερινότητα μεταλλάχθηκε σε ένα ατελείωτο super market χημικών παραισθησιογόνων. Μέσα στη γκαρσονιέρα του εξελισσόταν η ελληνική εκδοχή του Trainspotting. Κάθε ντουλάπι στο γραφείο έκρυβε και μια νέα έκπληξη στον κόσμο του εθισμού. Όσο κατέβαινες τα ντουλαπάκια τόσο βαθύτερα χωνόσουν. Όπως η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων με το καπέλο του λαγού. Εδώ Αλίκη δεν υπήρχε. Υπήρξε όμως η Μαρία. Μία νεαρή κοπέλα που είχε βάλει σκοπό της ζωής της να του δείξει πως υπήρχε κι άλλος κόσμος πέρα από αυτό το συνεχές πήγαινε-έλα, πέρα από τα «ζύγια», τα «γιούφι» και τους άσπονδους φίλους.
Υπήρχε ένας κανονικός κόσμος πέρα από την αντικοινωνικότητα του καναπέ και την ασφάλεια της μη συναισθηματικής δέσμευσης. Προσπάθησε πολλές φορές να του μιλήσει. Να του πει για την ζωή πέρα από όσα μας καταστρέφουν, μας ζορίζουν κι εν τέλει μας δολοφονούν. Για την αγάπη που δεν είναι κακοπαιγμένη σκηνή καθημερινής σαπουνόπερας. Εκείνος όταν σηκωνόταν κατάχλομος από τον καναπέ την άρπαζε και την φιλούσε με όση δύναμη του είχε απομείνει. Ύστερα πήγαινε στη κουζίνα για να κόψει τα φυλλάδια από τα αναρίθμητα μαγαζιά εστίασης για να φτιάξει την τζιβάνα του. Θέλεις να παραγγείλουμε κάτι της έλεγε. Και χωνόταν ξανά στο καναπέ. Χωνόταν πιο βαθιά στα σκοτάδια του. Στους καπνούς, τις καύτρες και τις σκέψεις του.  Όταν αγόραζε καινούργια ακριβά ρούχα, απόρροια ενός καλού ντιλ ξυριζόταν και την έπαιρνε τηλέφωνο. Θέλω να βγούμε απόψε της έλεγε. Θα κεράσω εγώ. Εκείνη δεν γούσταρε καθόλου τα χρήματα που έρχονταν από αυτό το ασταμάτητο αλισβερίσι αλλά ήταν μια ευκαιρία να τον ξαναδεί. Ακόμη και τότε φρόντιζε να της υπενθυμίσει πόσο παραδομένος ήταν στους εθισμούς του. Την άφηνε για ώρα μόνη στο τραπέζι και χωνόταν στη τουαλέτα. Μια πλαστική κάρτα τράπεζας και η οθόνη του κινητού ήταν το εισιτήριο πως την ευδαιμονία. Γύριζε στο τραπέζι άλλοτε ανεβασμένος και άλλοτε μαγκωμένος. Εκείνη πάντα τον περίμενε. Όταν πια οι ασφαλίτες είχαν κυκλώσει το τετράγωνο του σπιτιού και ετοιμάζονταν για το μεγάλο ντου εκείνη εμφανίστηκε για μια τελευταία φορά. Θες να βγεις από τα σκατά έστω και τώρα του είπε; Είναι πολύ αργά της απάντησε. Από τότε μέχρι και σήμερα μιλάει για την Μαρίνα. Για την πρώτη φορά που έκαναν έρωτα. Όσοι αγαπιούνται κάνουν έρωτα. Όσοι ανακυκλώνονται κάνουν σεξ. Για την επιπολαιότητα της νιότης. Για την προοπτική που χάθηκε. Ρίχνει λίγο μπακάντρι στο σωλήνα και λέει ξανά και ξανά για εκείνη. Για την μοναδική γυναίκα που κατάφερε να δει πίσω από τους εθισμούς. Πίσω από την εφήμερη δόξα. Πίσω. Κοιτάζει πίσω. Φοράει τη φόρμα του και πίνει βιαστικά τον πρώτο φρέντο εσπρέσο της μέρας. Χαιρετάει τυπικά όσους δεν γουστάρει και πιάνει πρωινή κουβεντούλα κάνοντας περιστασιακά πηγαδάκια με όσους τον κάνουν να διασκεδάζει. Με όσους έχουν κάτι να του πουν πέρα από χρέη, μιζέριες και κουτσομπολιά. Υποστηρίζει την εθνική Βραζιλίας στα μουντιάλ. Γούσταρε πολύ τον Ρονάλντο, τον κανονικό, το φαινόμενο. Γούσταρε τις φαντεζί ενέργειες. Γούσταρε τους ποδοσφαιριστές που ήξεραν μπάλα. Γούσταρε να παραδίδεται στα πάθη του. Να πίνει πολύ, να καπνίζει πολύ, να γελάει δυνατά. Να ερωτεύεται λίγο. Να ανοίγεται ακόμα λιγότερο.
Ο δεύτερος που παρέλαβε το μήνυμα ήταν ο Χρίστος. Ένας αγνός προλετάριος. Δούλευε από την ηλικία των δεκατριών. Όχι επειδή υπήρχε στο σπίτι οικονομική ανάγκη. Το έκανε έτσι από χόμπι. Από συνείδηση. Να έχει την στάμπα του εργάτη. Να μπορεί να γκρινιάζει για την εκμετάλλευση στον χώρο εργασίας. Για τις ατελείωτες ώρες και τα δυσανάλογα έσοδα. Είχε κάπως την στάμπα της τάξης του και το δικαίωμα να βρίζει τα αφεντικά επειδή ο ίδιος είχε επιλέξει να τα βάλει με τέτοιον τρόπο στη ζωή του. Σπούδασε Γεωπόνος στην Θεσσαλονίκη. Η συμπρωτεύουσα ήταν η δεύτερη πατρίδα του. Καταχρηστικά μιας και «οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα». Κατά την παραμονή του εκεί αναμείχθηκε με τα νεολαιίστικα κινήματα. Καταλήψεις, πορείες και καλό φαγητό. Είναι λάτρης της  ελληνικής γαστρονομίας του πεζοδρομίου. Απολαμβάνει τις πικάντικες γεύσεις κατά τις πρώτες πρωινές ώρες ύστερα από την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ. Επέστρεψε κι εκείνος στη γενέτειρα του. Τα πρωινά παίρνει το μηχανάκι του και διαβιβάζει τα δέματα στα διάφορα μαγαζιά της παραλίας και σε γιαγιάδες σε απόμακρα χωριά του δήμου. Δεν καταδέχεται να πάρει τα φιλοδωρήματα των ηλικιωμένων αναγνωρίζοντας την δύσκολη οικονομική συγκυρία που βιώνουν αντίθετα κράζει τους μεγαλοεπιχειρηματίες του περιστασιακού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που δεν του αφήνουν τίποτα. Διάολε αν αυτό δεν είναι συνείδηση τότε τι είναι; Στο παρελθόν είχε κάνει διάφορες χειρωνακτικές δουλειές. Κουβαλητής σε αποθήκη. Σερβιτόρος στους μήνες της αναψυχής. Τώρα είναι πακετάς. Δεν ερωτεύεται. Πιστεύει στην ανακυκλώσιμη θεωρία της ηδονής. Είναι σταθερά στα κιλά του. Τα οποία αγγίζουν τριψήφιο αριθμό. Είναι πάντα εκεί για όλους. Χαρούμενος ή γκρινιάρης τριγυρίζει στην πόλη ακόμη και τους μήνες που εκείνη δεν έχει ζωή. Κοινωνικοποιείται μέσω του αθλητισμού. Συχνάζει σε καφετέριες βλέποντας αθλήματα όλων των ομάδων, όλων των τμημάτων. Παίζει τάβλι με μεσήλικες, κερνάει όσους δεν έχουν λεφτά. Όταν παρέλαβε το μήνυμα δεν απάντησε. Είχε να κάνει μια παράδοση και η τυπικότητα που τον διακατέχει δεν του επέτρεπε να καθυστερήσει. Σε κάποιο από τα διαλείμματα της δουλειάς θα περνούσε από το μαγαζί του Παναγιώτη να τον ρωτήσει τι σήμαινε αυτό το κάλεσμα.
Ο τρίτος είναι ιδιοκτήτης ενός ναού της τύχης. Ξέρει από πρώτο χέρι τις πιθανότητες που σου αναλογούν ώστε να γίνεις εκατομμυριούχος. Να ζήσεις χωρίς να δουλεύεις, χωρίς να χρειάζεται κάθε μέρα στις οχτώ το πρωί να σηκώνεσαι και να πρέπει να αναχθείς όλους αυτούς που θα παρελάσουν από το μαγαζί διεκδικώντας το δικό τους μερίδιο στον τζόγο των πιθανοτήτων. Στη προοπτική να ανέβουν την σκάλα της κοινωνικής κινητικότητας προς τα επάνω αποκομίζοντας τεράστια οικονομικά ποσά. Το όνειρο του είναι το επόμενο πρωινό ξύπνημα να τον βρει στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, σε κάποιο παραθαλάσσιο μέρος με κοκτέιλ και γήπεδα του NBA. Mέχρι να συμβεί αυτό φοράει τη φόρμα του και τα αθλητικά του παπούτσια καβαλάει το ποδήλατο και βάζει το κλειδί στην πόρτα του πρακτορείου σιχτιρίζοντας για όσα θα έχει να αντιμετωπίσει και σήμερα. Είναι ο μικρότερος στην παρέα αλλά το χιούμορ του και οι εθισμοί του του έδωσαν το διαβατήριο εισόδου. Λάτρης κι αυτός του καλού φαγητού και της βόλτας με μια υποσημείωση στο αλκοόλ. Ένα ακόμη από εκείνα τα παιδιά που δεν τα χώρεσαν ποτέ οι τέσσερις τοίχοι ενός σπιτιού ή μιας σχολικής αίθουσας. Δεν υποστηρίζει κάποια συγκεκριμένη ομάδα στο μουντιάλ. O «Μούσιας» είναι ένας πεζογράφος της καθημερινότητας. Αντιλαμβάνεται λόγο του επαγγέλματος του τον παλμό της κοινωνίας. Τα απωθημένα που κουβαλάμε όλοι μας. Ξοδεύει τα χρήματα του σε ποικιλίες και ούζα στην παραλία. Γουστάρει την προοπτική της παρέας, της κουβέντας, του χαβαλέ. Η αδυναμία του είναι η σπυριάρα. Ο Λεμπρόν, ο Κόμπε, οι Σέλτικς προσαρμόζεται όμως για χάρη της παρέας.
Ο προτελευταίος που παρέλαβε το μήνυμα μένει στην Αθήνα. Μια νευρική ανήσυχη φιγούρα. Μεγάλωσε μαζί τους και σε κάθε ευκαιρία ψάχνει ένα τρόπο να ξεκλέψει μέρες ώστε να τους συναντήσει. Όταν είδε το μήνυμα ήταν κολλημένος σε μια κάθετη της Ομόνοιας προσπαθώντας να προσεγγίσει τα Εξάρχεια. Ανάμεσα από κορναρίσματα, τοξικοεξαρτημένους και άβολες σκέψεις έσκασε ένα χαμόγελο όταν κοίταξε την οθόνη του κινητού. Η ευκαιρία να γυρίσουμε πίσω σκέφτηκε. Πίσω στα παιδικά μας καλοκαίρια. Τότε που βλέπαμε μπάλα και μετρούσαμε τα μπάνια και τα παγωτά. Άλλωστε αν ο κανόνας της ζωής είναι οι δυσκολίες και η στεναχώρια το νόημα της παραμένει πάντα να δραπετεύεις από αυτά. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο ώστε να τελειώνει με τις εκκρεμότητες της πρωτεύουσας και να παραβρεθεί σε αυτό το κάλεσμα δεν γινόταν να το χάσει. Έκανε μια γρήγορη εικόνα. Οι έξι τους να κάθονται κάτω από τη τέντα δίπλα στην παραλία. Μια γιγαντοοθόνη με πράσινη τσόχα και μια μπάλα να τσουλάει. Μπύρες και φαγητό. Κουβέντες που διακόπτονται από κουβέντες. Να κάθονται σε πλαστικά τελάρα. «Βασιλιάδες που χουν θρόνους τους κασόνια από μπύρα» σκέφτηκε καθώς προσπερνούσε την διμοιρία στην Ακαδημίας. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν ήξερε ποιον να υποστηρίξει στη διοργάνωση. Τι σημασία είχε άλλωστε;
O Πάνος άργησε να παραλάβει το μήνυμα του. Η φυλακή δεν είχε ανοίξει ακόμη. Είχαν καταφέρει να του περάσουν μια συσκευή με την οποία κρατούσε επαφή με τους «έξω». Μπαλαδόρος στα νιάτα του που αποφάσισε να μην υποκύψει στον εκβιασμό της μισθωτής σκλαβιάς. Αρνήθηκε να δουλεύει για πεντακόσια ευρώ το μήνα και αποφάσισε να επιδοθεί στην παρασιτική οικονομία του καπιταλισμού. Άρχισε να κάνει «βέρια» στην αρχή στο γήπεδο και στη συνέχεια σε λουξ περιοχές του κέντρου. Όσο ανέβαινε στην ιεραρχία τόσο πιο κοντά βρισκόταν στην καταστροφή του, κάτι σαν τον μύθο του Δαίδαλου και του Ίκαρου που θέλησαν να φτάσουν τον ήλιο και στο τέλος τους έκαψε. Τώρα ανά δυο μήνες έκανε αιτήσεις αποφυλάκισης. Πάντα το κράτος έχει τον τρόπο να πάρει πίσω με πολλαπλάσιο τρόπο όσα του έκλεψες. Κάθε αίτηση απαιτούσε περίπου χίλια ευρώ για παράβολα και δικηγόρους. Οι υπόλοιποι τον περίμεναν. Ήξεραν πως αν κι αυτή η αίτηση δεν γινόταν δεκτή τότε θα έχαναν την ευκαιρία να δουν μαζί του τα παιχνίδια. Ήξεραν επίσης πως όσο περισσότερο μένεις εκεί μέσα τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να μην «σωφρονιστείς» αλλά να «ιδρυματοποιηθείς». Όταν είδε το μήνυμα αναστέναξε. Δεν άφησε όμως να τον πάρει από κάτω. Τίποτα δεν άφηνε να τον πάρει από κάτω. Πήρε την πετσέτα του και τράβηξε προς το μονόζυγο. Μετά από τις επαναλήψεις θα ακολουθούσε αγώνας ποδοσφαίρου με την διπλανή πτέρυγα.
Η μεγάλη ημέρα είχε φτάσει. 14 Ιουνίου και ο Καράφλας είχε βγάλει την μεγάλη οθόνη δίπλα στην θάλασσα. Όπως και να ‘χε οι τέσσερις από τους έξι θα ήταν εκεί. Έχω μείνει άστεγος ρε μαλάκες τους είπε. Αποκλείστηκε η Ιταλία και δεν ξέρω ποιον να υποστηρίξω στο Μουντιάλ. Οι υπόλοιποι γέλασαν. Του παρήγγειλαν μπύρες. Κάθισαν αναπαυτικά στις καρέκλες και κοιτούσαν τον παραλιακό δρόμο. Ο δρόμος είχε παραδοθεί για μήνες στην ησυχία. Τόση ησυχία που αγγίζει τα επίπεδα της αδράνειας. Οι καρέκλες στα κιόσκια είχαν σκουριάσει, οι τέντες είχαν σκιστεί από τον αέρα, τον μοναδικό επισκέπτη του χειμώνα. Τους παρατηρεί κανείς να κάθονται απαθείς μέσα στα μαγαζιά τους. Άλλη μια παύση οχτώ μηνών. Με δυσκολία αντιλαμβάνονται πως ήρθε το καλοκαίρι. Και τι καλοκαίρι με Μουντιάλ. Αρχίζουν δειλά δειλά να ξύνουν τα ξύλα, να λουστράρουν τα υπολείμματα από τα δοκάρια. Μερικοί μετανάστες που επιδίδονται σε χειρωνακτικές εργασίες ξεκινάνε να επισκευάζουν τις τέντες. Αρχίζει η σεζόν σκέφτονται. Δείχνοντας πως έχουν μπει για τα καλά στο πνεύμα της οικονομίας «των τριημέρων». Ο δρόμος αποκτά σιγά σιγά και πάλι ζωή. Περιμένει τα γέλια, τους καυγάδες, τα φιλιά, τις αγκαλιές. Περιμένει τη φασαρία της ζωής, τους μεθυσμένους πιτσιρικάδες, τα μηχανάκια με τις θορυβώδεις εξατμίσεις, τις προοπτικές του καλοκαιρινού έρωτα.
Το βλέμμα τους πέφτει στον Ψηλό. Μπορείς να τον πετύχεις όλες τις ώρες της νύχτας και της μέρας να περπατάει κατά μήκος της παραλίας. Ένας ψηλός με καμπούρα, μακριά μαλλιά, τα μισά άσπρα και τα μισά μαύρα, να περιφέρεται «ασκόπως». Οι ταυτότητες που έχει ποικίλουν ανάλογα με την συμπάθεια που τρέφει κανείς προς το πρόσωπο του. Ο Νικ ο Καναδός, ο Νικ ο μπασκετμπολίστας, ο Νικ ο καζινάκιας. Έφυγε στα νιάτα του να σπουδάσει αρχιτεκτονική στη Φλωρεντία, έκανε ένα μεταπτυχιακό στις ντουζίνες και το εν τέλει το διδακτορικό του στα καζίνο ολόκληρης της γης. Τον ακούς να μιλάει για τα ταξίδια του και ενδόμυχα ζηλεύεις. Με εκείνη την καλή αίσθηση της ζήλιας που δεν θες να πάθει ο άλλος κάτι αλλά να είσαι κι εσύ τυχερός ώστε να το ζήσεις. Ο Νικ είναι ένας περιφερόμενος στατιστικολόγος. Έζησε και τώρα βιώνει το αποτέλεσμα της μαθηματικής εξαθλίωσης του καπιταλιστικού τρόπου διασκέδασης. Έχεις φράγκα; Μπορείς να παίξεις με τις πιθανότητες πίνοντας εξωτικά κοκτέιλς συναναστρεφόμενος με εξωτικές καλλονές από τις ακτές τις Πολυνησίας. Όταν οι πιθανότητες, που από την αρχή, είναι δραματικά εναντίον σου φανερώσουν το »κόκκινο μαύρο» της τύχης αναλογίζεσαι την ζωή που έζησες και ότι απέμεινε από εκείνη. Όταν δεν έχεις μπορείς απλά να αναπολείς όσα έγιναν.
Μπαινοβγαίνει στα προποτζίδικα. Με τη μεγάλη του εμπειρία συμβουλεύει τους επίδοξους εκατομμυριούχους, πηγαίνει για μπάσκετ με τους πιτσιρικάδες φοράει ψηλά μπασκετικά nike και μαύρα μπλουζάκια που τονίζουν τη κοιλιά του από τον καιρό της ευζωίας  , περπατάει στην παραλία και τρώει παγωτό μηχανής, για να ζήσει κάνει διάφορες χειρωνακτικές εργασίες στα μαγαζιά της παραλίας. Τεράστια περιουσία που εξαφανίστηκε μέσα σε εκτυφλωτικούς προβολείς, τραπουλόχαρτα και ντουζίνες. Ο Νικ ζει τις επιπτώσεις της επίπλαστης ευημερίας, δοκιμάζει ξανά και ξανά τις πιθανότητες χωρίς ποτέ να κλαίγεται. Τα έζησα όλα θα τον ακούσεις να λέει με στόμφο, τώρα απλά προσπαθώ να επιβιώσω. Κοιμάται όπου βρει, τρώει ότι βρει, μιλάει μόνο με όσους γουστάρει. Μια αναγεννησιακή φιγούρα, ένας φεουδάρχης πριν την βιομηχανική επανάσταση, ένας αμετανόητος λάτρης της προοπτικής μιας μεγάλης ζωής. Ένας καθημερινός βιοπαλαιστής. Αλλάζει τις κοινωνικές ταυτότητες με άνεση. Έχει περπατήσει την σκάλα της κοινωνικής κινητικότητας περισσότερο από τον καθένα. Δίπλα του περνάνε νεαροί κάγκουρες με Lonsdale και μηχανάκια, νεοχίπισες, επαρχιώτες που διαπρέπουν στην παραβατική οικονομία, χαρτογιακάδες που προσπαθούν να δειχτούν κατά μεσής του καλοκαιριού, μερικούς εκδρομείς της διανόησης, ζευγαράκια που κινούνται με αντίστροφη φορά.
Ο Νικ συμπυκνώνει την υποκρισία και την αλληλεγγύη μιας τυπικής κλειστής κοινωνίας στο ύστερο στάδιο της οικονομικής εξαθλίωσης που ακολούθησε τα καλοκαίρια της αφθονίας. Οι μισοί τον κράζουν που έχασε. Αγνοώντας πως για να χάσεις πρέπει πρώτα να ρισκάρεις. Οι άλλοι μισοί τον γουστάρουν γιατί με τις ιστορίες του τους κάνει να πιστεύουν πως όλα μπορούν να συμβούν στις ζωές τους. Μερικοί ενδόμυχα συμπάσχουν μαζί του, βλέπουν τα δικά τους περασμένα μεγαλεία και κάτι λίγοι τον κερνάνε παγωτό μηχανής και περπατάνε μαζί του κατά μήκος της παραλίας ακούγοντας τις ιστορίες του. Τους φωνάζει. Τι βλέπετε ποδόσφαιρο ρε μαλάκες όλα στημένα είναι. Και συνεχίζει… Αν έχετε κανένα καλό οβεράκι πείτε το και σε μένα.
Όταν ο Ψηλός ξεμακραίνει εμφανίζεται ο πέμπτος της παρέας. Που είσαι ρε μαλάκα άργησες του φωνάζουν ξεσηκώνοντας τον κόσμο που κάθεται στις παρακείμενες καφετέριες. Κανείς δεν θυμώνει τους ξέρουν όλοι. Με τα χρόνια σταμάτησαν να τους κοιτάνε καχύποπτα. Σταμάτησαν ακόμη και να τους θεωρούν αλήτες. Γι’ αυτούς είναι η αφορμή να μαζευτούν μετά από τον παγερό χειμώνα. Για εκείνον είναι εισιτήριο διαρκείας του στην παιδική ηλικία, στη νοσταλγία. Για όλους είναι το μωσαϊκό της αληθινής φιλίας. Εκείνης που ακόμη κι αν έχεις μήνες να δεις τον άλλον η συζήτηση συνεχίζεται ακριβώς από το ίδιο σημείο. Χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις. Αρχίζουν να αναλύουν τις εντεκάδες. Μιλάνε για τον Μέσι που αν καταφέρει να το σηκώσει θα είναι αντάξιος συνεχιστής του Μαραντόνα. Κάνουν αστεία για τους εθισμούς του. Ζητάνε από τον Καράφλα να τους βάλει να ακούσουν το τραγούδι που έγραψε ο Manu Chao για τον Αργεντίνο. Κάποιοι χαμογελούν πικρά. Γιατί ξέρουν πως ο εθισμός δεν είναι αστείο. Ο Μι ρίχνει κρυφά μια γουλιά μπύρας στο χώμα για όσους έφυγαν νωρίς. Κάτι σαν τα παπούτσια στο καλώδιο στις κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής. Ο Νίκος κάνει βίντεοκλήση στον Πάνο. Αφού δεν του ενέκριναν την άδεια αποφυλάκισης και αφού δεν γκρεμίσαμε τις φυλακές βρήκαν ένα τρόπο να πραγματοποιήσουν την υπόσχεση. Πιάσε ακόμη μια ποικιλία κρεατικών φωνάζει ο Χρίστος. Ο Πάνος γελάει. Πως είστε έτσι ρε μαλάκες. Ενώ παράλληλα κάνει κάμψεις μέσα στο δωμάτιο. Mιλάνε για τον Ρόμπεν, αναρωτιούνται τι θα γινόταν αν το φαινόμενο δεν είχε διαλύσει το γόνατο του, για τα εκατομμύρια που απλώνονται σα βεντάλια στο χορτάρι. Kοιτάζουν καχύποπτα τις λευκές τρίχες στα κεφάλια τους. Τα σώματα γερνάνε. Οι ψυχές παραμένουν όμως ζωηρές. Όμορφη ντρίπλα χώρο του κέντρου ακούγεται η φωνή του σπίκερ.
Στο ημίχρονο ο Νίκος σηκώνεται. Όλοι πιστεύουν πως πηγαίνει να παραγγείλει άλλη μια γύρα μπύρες. Εκείνος κατευθύνεται στο διπλανό σπίτι. Κάθε καλοκαίρι τον έβλεπε να βγαίνει ακριβώς στις έξι στο μπαλκόνι του με έναν ελληνικό καφέ. Τοποθετεί ευλαβικά, σχεδόν σα να βρίσκεται σε ιεροτελεστία, την καρέκλα προς τη μεριά της θάλασσας. Τους χωρίζουν μόνο δέκα μέτρα. Όταν τα μηχανοκίνητα οχήματα δεν σουλατσάρουν στο δρόμο ακούει τον παφλασμό των κυμάτων στην περιοδική μονοτονία της επανάληψης. Το κάνει αυτό για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Παλιότερα το έκανε μαζί της. Έχει αφήσει την πλαστική λευκή καρέκλα της ακριβώς από την άλλη πλευρά του στρογγυλού μπλε τραπεζιού. Σαν άλλη μια εκδοχή των παπουτσιών στο καλώδιο. Για κακή του τύχη ο Νικόλας, που θα μπορούσε να είναι εγγονός του, τον έβαλε στο μάτι. Κάθε απόγευμα περνάει από κάτω και επαναλαμβάνει το ίδιο πράγμα. Έτσι θέλω να γίνω όταν γεράσω τους λέει. Να στέκομαι σε ένα μπαλκόνι και να ακούω τα κύματα. Να γράφω τα πάντα στ’ αρχίδια μου. Να μην με νοιάζει τίποτα. Τον κοιτάζει με περιέργεια, σχεδόν με καχυποψία. Πιστεύει πως κρύβει κάποιο μυστικό. Δεν γίνεται κανείς να τα έλυσε όλα μέσα του και να κάθεται να απολαμβάνει το ηλιοβασίλεμα ακούγοντας την θάλασσα κάθε μέρα λέει και ξαναλέει με το θράσος της νεότητας.
Εκείνο το απόγευμα δεν άντεξε. Την έστησε κάτω από το μπαλκόνι και περίμενε. Μόλις εμφανίστηκε πλησίασε περισσότερο και τον ρώτησε. Ποιο είναι το μυστικό; Πως το κάνεις;
Μην βιάζεσαι του είπε. Θα το μάθεις κι εσύ. Η ζωή δεν θέλει βιασύνες. Μέχρι τότε να μετράς τα μπάνια, τα παγωτά και τα μουντιάλ που είδες με τους δικούς σου.
Έξι ποτήρια που γέμιζαν και άδειαζαν με γρήγορους ρυθμούς, έξι σώματα που βιάστηκαν να τα ζήσουν όλα, μια γενιά που έμαθε να επιβιώνει όταν όλα γύρω της ούρλιαζαν τον θάνατο, έξι μυαλά που αγαπούσαν τον ποδόσφαιρo, την καλή παρέα και τις αλητείες. Έξι καρδιές που χτυπούσαν πιο δυνατά από τις υπόλοιπες εκεί γύρω. Έξι φωνές που ανέβαζαν την ένταση… Γκολλλλλλλλ!!!! Kι ύστερα σιωπή. Ακουγόταν η εξάτμιση από τα μηχανάκια. Οι τηλεοράσεις από τα μπαλκόνια που συνέθεταν το μεθυσμένο soundtrack του πάθους, τα κύματα όταν συναντούν την άμμο, τα καπάκια από τις μπύρες που ανοίγουν, τα φιλιά από τα ζευγαράκια, τα νυχτολούλουδα που σκέπαζαν την ατμόσφαιρα.
Σχετική εικόνα

Αντιγραφή κειμένου από ένα "διαφορετικό" αθλητικό περιοδικό με αφορμή το μουντιάλ -και όχι μόνο- που μόλις ξεκινά...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η συμφωνία για τη μεσοπρόθεσμη ρύθμιση του χρέους

Το Eurogroup του περασμένου Ιουνίου έκλεισε ουσιαστικά την συζήτηση για την μεσοπρόθεσμη πορεία του ελληνικού δημόσιου χρέους ενάμισ...