Δευτέρα 23 Μαΐου 2022

Τι είναι η ρήτρα αναπροσαρμογής και γιατί (δεν θα έπρεπε να) την πληρώνουμε

 Τι είναι η ρήτρα αναπροσαρμογής και γιατί (δεν θα έπρεπε να) την πληρώνουμε

 του Αντώνη Δραγανίγου

Σε προηγούμενο άρθρο (ακολουθεί παρακάτω) εξετάσαμε τον ληστρικό μηχανισμό που διαμορφώνει την τιμή του ρεύματος στο Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας και το πώς φτάσαμε να έχουμε την ακριβότερη κιλοβατώρα σε όλη την Ευρώπη. Αυτό όμως αφορά την τιμή χονδρικής, την τιμή στην οποία αγοράζεται η ενέργεια από τους (ιδιώτες πλέον) πάροχους ενέργειας. Πώς όμως αυτή η εξωφρενική τιμή μετακυλίεται στην λιανική τιμή, δηλαδή σε όλους εμάς;

Μέσω της διαβόητης πλέον «ρήτρας αναπροσαρμογής», που ήρθε ως «δώρο» μαζί με την «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας. Δώρο όχι σε μας, αλλά στους ιδιώτες έμπορους ενέργειας.

Ρήτρα αναπροσαρμογής: Ανατομία μιας ληστείας

Από τότε που «απελευθερώθηκε» (δηλαδή ιδιωτικοποιήθηκε πλήρως) η αγορά ενέργειας στην Ελλάδα, οι καταναλωτές υποτίθεται ότι επιλέγουν έναν πάροχο (κοινώς: έμπορο) ενέργειας με τον οποίο συμφωνούν συμβόλαιο με συγκεκριμένη τιμή ανά κιλοβατώρα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα [i] Μετά από αυτό, όμως, έρχονται τα… ψιλά γράμματα. Μαζί με αυτή την τιμή, ο καταναλωτής δεσμεύεται επίσης να πληρώνει στον πάροχο την «ρήτρα αναπροσαρμογής χρεώσεων προμήθειας». Η ρήτρα δεν έχει συγκεκριμένη τιμή, έχει μόνο έναν μαθηματικό τύπο. Ο καταναλωτής δεσμεύεται λοιπόν να πληρώνει ένα αόριστο ποσό, με βάση το οποίο διαμορφώνεται τελικά ο λογαριασμός του.

Η ρήτρα αυτή «αναπροσαρμόζει» την τιμή (αυτήν που έχει συμφωνήσει ο καταναλωτής) με βάση τις διακυμάνσεις της τιμής της κιλοβατώρας στο Χρηματιστήριο Ενέργειας -και πιο συγκεκριμένα με βάση τη μέση τιμή για τον προηγούμενο μήνα από τον μήνα της χρέωσης. Με τον τρόπο αυτό, η εταιρεία που παρέχει το ρεύμα δεν έχει ποτέ «χασούρα», αφού το φούσκωμα της τιμής του ρεύματος στο Χρηματιστήριο Ενέργειας το χρεώνει απευθείας στον καταναλωτή!

Σε αυτή την ωραία «ελεύθερη αγορά», λοιπόν, δεν υπάρχει κανένα ρίσκο για τον ιδιώτη έμπορο ενέργειας. Αυξάνεται η τιμή της χοντρεμπορικής, αυξάνεται και ο λογαριασμός του ρεύματος. Το… αόρατο χέρι της αγοράς κάνει την δουλειά του, με τη βοήθεια του κράτους και της ΡΑΕ βεβαίως βεβαίως.

Το πράγμα όμως δεν σταματά εδώ. Ο τρόπος υπολογισμού της «ρήτρας» κρύβει κι άλλες εκπλήξεις για την τσέπη των καταναλωτών: συντελεστές που ορίζονται αυθαίρετα από τις εταιρείες, «όρια ασφαλείας» που έχουν τεθεί με τρόπο ώστε να ευνοείται πάντα ο ιδιώτης πάροχος, και διπλή πληρωμή για κιλοβατώρες που ο καταναλωτής χρεώνεται και στην σταθερή τιμή της κιλοβατώρας και στην «ρήτρα αναπροσαρμογής». Κι όλα αυτά κρυμμένα πίσω από έναν μαθηματικό τύπο! Θα προσπαθήσουμε να τα περιγράψουμε όσο γίνεται πιο απλά.

Πώς ενεργοποιείται η ρήτρα;

Ο Άδωνις Γεωργιάδης βγήκε να μας πληροφορήσει ότι η ρήτρα αναπροσαρμογής θεσμοθετήθηκε για να ενεργοποιείται είτε σε όφελος των καταναλωτών είτε σε όφελος των παρόχων, αφού αυτό εξαρτάται από τις διακυμάνσεις της τιμής στο Χρηματιστήριο. Οπότε δεν φταίει η ίδια η ρήτρα, αλλά ο πόλεμος και η ενεργειακή κρίση που εκτόξευσαν τις τιμές. Αλλά ο υπουργός είναι μανούλα στα ψέματα. Γιατί η ρήτρα είναι έτσι υπολογισμένη ώστε το όριο κάτω από το οποίο μειώνονται οι τιμές να μην ενεργοποιείταιποτέ, ενώ το όριο πάνω απ’ το οποίο αυξάνονται οι τιμές να ενεργοποιείται πάντα.

Οι πάροχοι (όχι το κράτος, η ΡΑΕ ή άλλος δημόσιος φορέας) έχουν ορίσει το όριο πέραν του οποίου ενεργοποιείται η ρήτρα θετικά ή αρνητικά, στο 0,04 (κάτω όριο) - 0,05 (άνω όριο) €/kWh. Τι σημαίνει αυτό; Ότι αν η μέση τιμή της κιλοβατώρας στο Χρηματιστήριο τον προηγούμενο μήνα είναι μεταξύ 0,04 και 0,05 ευρώ, η ρήτρα δεν ενεργοποιείται και ο καταναλωτής πληρώνει μόνο την συμφωνημένη τιμή του ρεύματος. Εάν η τιμή αυτή είναι κάτω από 0,04 ευρώ/κιλοβατώρα, τότε η ρήτρα είναι αρνητική και λειτουργεί υπέρ του καταναλωτή. Αν η τιμή είναι πάνω από 0,05 ευρώ/κιλοβατώρα, τότε η ρήτρα ενεργοποιείται και την πληρώνει (κυριολεκτικά και μεταφορικά…) ο καταναλωτής.

Αν όμως κανείς κοιτάξει τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ (πίνακας 1), η μεσοσταθμική τιμή αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας δεν έχει πέσει κάτω από 40 ευρώ/μεγαβατώρα (ή 0,04 ευρώ/κιλοβατώρα) από το 2014 ως σήμερα! Οι καλές μας εταιρείες όρισαν ένα κάτω όριο που ήξεραν ότι δεν θα ενεργοποιηθεί ποτέ. Η τιμή που όρισαν οι πάροχοι, με τη σύμφωνη γνώμη του κράτους και της ΡΑΕ[ii], είναι ρυθμισμένη έτσι ώστε η «ρήτρα» να ενεργοποιείται πάντοτε βάζοντας το χέρι στην τσέπη των καταναλωτών!


screenshot 1


Λίγες προσαυξήσεις ακόμη…

Η βάση του υπολογισμού (ο αριθμός δηλαδή που συγκρίνεται με το 0,05) της ρήτρας αναπροσαρμογής δεν είναι απλώς η μεσοσταθμική τιμή της χοντρεμπορικής του προηγούμενου μήνα, αλλά η τιμή αυτή προσαυξημένη σύμφωνα με ορισμένους συντελεστές (συντελεστές α και β) που επίσης καθορίζουν οι ίδιες οι εταιρείες. Όπως φαίνεται στον μαθηματικό τύπο του πίνακα 2, οι πάροχοι [iii] βάζουν 15% καπέλο (συντελεστής α) πάνω στην (ήδη ληστρική) χονδρεμπορική τιμή της κιλοβατώρας και επιπλέον προσθέτουν και το ποσό των 0,015 (συντελεστής β).

pinakas 2

Γιατί; Από τον γεμάτο επεξηγήσεις και διαφάνεια ιστότοπο της ΡΑΕ μαθαίνουμε ότι: «Οι συντελεστές α και β, παρέχουν στον Προμηθευτή τη δυνατότητα ενσωμάτωσης κόστους που δύναται να προκύπτει από τη μεταβολή του βασικού μεγέθους x, εν είδει πρόβλεψης» (η υπογράμμιση της ΡΑΕ).

Ενώ δηλαδή η τιμή της κιλοβατώρας διαμορφώνεται με βάση την ακριβότερη τιμή, τη χρηματιστηριακή τιμή του φυσικού αερίου, κι ενώ μέσω της ρήτρας ο πάροχος δεν χάνει ποτέ, αφού ό,τι γίνεται στο Χρηματιστήριο Ενέργειας το «φορτώνει» απευθείας στον καταναλωτή, έχει δικαίωμα να χρεώνει επιπλέον και την… τυχόν μελλοντική μεταβολή της τιμής της ενέργειας! Μετά από όλα αυτά, είναι να αναρωτιέται κανείς αν οι εταιρείες ενέργειας έχουν υπερκέρδη;

Τα… σκληρά μαθηματικά της απάτης

Δυστυχώς δεν τελειώσαμε ακόμη. Για να πάμε όμως στην επόμενη –και μεγαλύτερη– απάτη της ρήτρας, θα χρειαστούμε και τον μαθηματικό τύπο που καθορίζει τους υπέρογκους λογαριασμούς (πίνακας 2).

pinakas 2


Ο μαθηματικός τύπος (όπως τον δίνει η ΔΕΗ) [iv] είναι Υ=αx+β. Αν τον εφαρμόσουμε στο παράδειγμα της ΔΕΗ, στον μήνα Απρίλιο, όταν η μεσοσταθμική τιμή αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (στοιχεία ΑΔΜΗΕ) ήταν 266,969 €/MWh, δηλαδή 0,266 €/kWh, η χρέωση αναπροσαρμογής (Υ) προκύπτει 0,3174 €/kWh (βλ. πίνακα 2). Αφού η τιμή είναι πάνω από το όριο 0,05 (που είδαμε προηγουμένως), η ρήτρα ενεργοποιείται και υπολογίζεται με την αφαίρεση του 0,05 από το Υ, άρα η τιμή μονάδα της ρήτρας αναπροσαρμογής (που φτάνει στον καταναλωτή) είναι: 0,2674 €/kWh. Αν πάρουμε ως παράδειγμα μηνιαίας οικιακής κατανάλωσης τις 1.000 κιλοβατώρες τον μήνα, η ρήτρα αναπροσαρμογής που πληρώνει το νοικοκυριό σε αυτό το παράδειγμα είναι 267€ τον μήνα, που προστίθενται στα 110 ευρώ που πληρώνει για το ρεύμα στο ίδιο διάστημα.

Όμως η κοινή λογική, ακόμα και με την μαυραγορίτικη πολιτική τους, θα έλεγε το εξής: Αν ο πάροχος χρεώνει την κανονική τιμή του ρεύματος με 0,11 €/kWh, αν δηλαδή δεσμεύεται από την σύμβαση που έχει με το καταναλωτή σε αυτή την τιμή, τότε η ρήτρα αναπροσαρμογής, θα έπρεπε να ενεργοποιείται όταν η χοντρεμπορική τιμή υπερβαίνει αυτό το νούμερο, το νούμερο του συμβολαίου του καταναλωτή (στο παράδειγμα μας τα 0,11 ευρώ/κιλοβατώρα). Αντιθέτως, τώρα ο καταναλωτής πληρώνει δύο φορές την τιμή της κιλοβατώρας μεταξύ 0,05 και 0,11 ευρώ αφού την χρεώνεται και μέσα στην τιμή της κατανάλωσης (τιμή συμβολαίου) και ως ρήτρα αναπροσαρμογής!

Συνεχίζοντας στο ίδιο παράδειγμα: Αν η προσαύξηση δεν υπολογιζόταν πάνω από το 0,05 €/kWh αλλά πάνω από την τιμή κόστους στην οποία πληρώνει ο καταναλωτής την κιλοβατώρα, η ρήτρα αναπροσαρμογής στο ίδιο νοικοκυριό θα προέκυπτε 207 ευρώ [v], κατά 25% μικρότερη από τη σημερινή. Αν έλειπε και το «νταβατζιλίκι» των ληστρικών καπέλων των συντελεστών «πρόβλεψης» α και β, τότε η ρήτρα αναπροσαρμογής θα προέκυπτε 156 ευρώ [vi], κατά 45% μικρότερη από τη σημερινή!

Ακόμη και με τη δική τους λογική, δηλαδή, που λέει ότι ο καταναλωτής είναι υποχρεωμένος να πληρώνει το ληστρικό φούσκωμα της τιμής της κιλοβατώρας στο Χρηματιστήριο Ενέργειας [vii] και ο έμπορος ενέργειας δεν πρέπει να ζημιωθεί ούτε σεντ, η τιμή που χρεώνουν στους καταναλωτές -μέσω ενός μαθηματικού τύπου που κανένας καταναλωτής δεν μπορεί καν να ελέγξει- είναι 45% φορές πάνω από το κόστος που είχαν οι ίδιοι οι πάροχοι αγοράζοντας ρεύμα από το Χρηματιστήριο Ενέργειας!

Στη περίπτωση των 4 μεγάλων εταιρειών ενέργειας, που είναι ταυτόχρονα και παραγωγοί, τα κέρδη αυτά από τη λιανική έρχονται να προστεθούν στα υπέρογκα κέρδη που αποκομίζουν στη χονδρική, πουλώντας ρεύμα στον… εαυτό τους μέσω του Χρηματιστηρίου Ενέργειας σε εξωφρενικές τιμές, που ξεπερνούν κατά πολύ οποιοδήποτε πραγματικό κόστος παραγωγής.

Πώς θα απαλλαγούμε από όλα αυτά;

Όλα αυτά φυσικά δεν γράφονται για να πουν ότι υπάρχει ένας καλύτερος ή δικαιότερος τύπος αναπροσαρμογής. Οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν με τις προσφυγές τους αποδείξει την απόλυτη καταχρηστικότητα αυτού του όρου που έχει οδηγήσει σε απόγνωση χιλιάδες νοικοκυριά.

Γράφονται για να αποδειχτεί πόσο ψεύτικη και χυδαία είναι η κυβερνητική επιχειρηματολογία. Οι εξωφρενικές αυξήσεις των τιμών του ρεύματος δεν οφείλονται σε κανένα «φυσικό φαινόμενο». Οφείλονται εξ ολοκλήρου στην ιδιωτικοποίηση της ενέργειας, που έχει τη σφραγίδα των οδηγιών της ΕΕ, της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ που θεσμοθέτησε το Χρηματιστήριο Ενέργειας και της κυβέρνησης ΝΔ που το υλοποίησε. Οι επιδοτήσεις που ανακοίνωσε η κυβέρνηση δεν λύνουν το πρόβλημα: αντιθέτως, επιδοτούν με τα χρήματά μας (μέσω του κρατικού προϋπολογισμού) την αισχροκέρδεια των εταιρειών ενέργειας.

Την ώρα που η ενεργειακή φτώχεια απειλεί εκατομμύρια νοικοκυριά στην Ελλάδα, την ώρα που εργαζόμενοι βλέπουν τους λογαριασμούς ρεύματος να ξεπερνούν τον βασικό μισθό και οι καθημερινές εντολές διακοπής ρεύματος απειλούν οικογένειες, είναι ζωτική ανάγκη να σταματήσουμε αυτή τη ληστεία. Το ρεύμα είναι ζωτικό κοινωνικό αγαθό και δεν πρέπει να το στερείται κανείς και καμία.

Η ενέργεια, όπως και η υγεία, η εκπαίδευση, το νερό, πρέπει να ανήκουν εξολοκλήρου στο δημόσιο και να βρίσκονται εκτός της σφαίρας οποιασδήποτε αγοράς. Αντί για «επιδοτήσεις» ή παρακάλια για δόσεις στους λογαριασμούς, να διεκδικήσουμε κατάργηση του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας και όλων των συνεπειών του (όπως η «ρήτρα αναπροσαρμογής»), κρατικοποίηση της ΔΕΗ και όλων των μονάδων παραγωγής ενέργειας, χωρίς αποζημίωση με εργατικό και λαϊκό έλεγχο. Για να μη βρεθεί καμιά οικογένεια χωρίς ρεύμα, για να μη βρεθεί κανένα παιδί να διαβάζει με κερί.

https://tvxs.gr/news/ellada/ti-einai-i-ritra-anaprosarmogis-kai-giati-den-tha-eprepe-na-tin-plironoyme

 

Από πού προκύπτουν οι εξωφρενικές τιμές του ρεύματος στην Ελλάδα;

Οι λογαριασμοί του ρεύματος έχουν προκαλέσει τεράστια προβλήματα σε εκατομμύρια νοικοκυριά. Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης καταφεύγουν σε εξηγήσεις μακριά απ’ την πραγματικότητα: τη «δυσαρμονία προσφοράς-ζήτησης», την «αλματώδη ανάπτυξη μετά τον κορονοϊό», την «παγκόσμια ενεργειακή κρίση». Το μόνο στο οποίο δεν αναφέρονται είναι η «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας, δηλαδή η ιδιωτικοποίηση του ρεύματος. Πώς να εξηγήσουν ότι το «αόρατο χέρι της αγοράς» που δήθεν θα έριχνε τις τιμές, έχει οδηγήσει τους λογαριασμούς σε ανοδικό ράλι; Πώς να εξηγήσουν ότι η ενέργεια από κοινωνικό αγαθό έχει μετατραπεί σε χρηματιστηριακό προϊόν;

Η –ιδιωτική, πλέον– ΔΕΗ ανακοίνωσε υπερδιπλασιασμό της λειτουργικής της κερδοφορίας στα 886 εκατ. ευρώ για το 2020, τα Ελληνικά Πετρέλαια (Elpedison) σημείωσαν βελτίωση άνω των 600 εκ ευρώ το 2021, ενώ ο Μυτιληναίος (Protergia) έθεσε τον… σεμνό στόχο να διπλασιάσει την κερδοφορία του το 2022! Σε διεθνές επίπεδο η κερδοφορία των μονοπωλιακών ομίλων της ενέργειας εκτινάσσεται: η BP ανακοίνωσε κέρδη ύψους 12,8 δισ. δολαρίων για το 2021, τα υψηλότερα ετήσια κέρδη των τελευταίων 8 ετών, η Shell άγγιξε τα 19 δισ. δολάρια, ενώ η ExxonMobil μετράει κέρδη ύψους 23 δισ. δολαρίων. Η φτώχεια μας τα κέρδη τους, τόσο απλά!

Την ώρα που η ενεργειακή φτώχεια απειλεί τους λαούς, μια χούφτα καπιταλιστών θησαυρίζουν αξιοποιώντας την προνομιακή θέση που τους εξασφάλισε το εξωφρενικό θεσμικό πλαίσιο που δημιούργησαν από κοινού με τους μηχανισμούς της ΕΕ και τις κυβερνήσεις, στο όνομα της περιβαλλοντικής κρίσης και της «πράσινης μετάβασης». Πώς γίνεται αυτό; Είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς, αλλά η διαμόρφωση της τελικής τιμής του ρεύματος περνάει μέσα από τουλάχιστον τρία χρηματιστήρια.

Χρηματιστήριο ρύπων. Η Ε.Ε. στο όνομα της «πράσινης μετάβασης» οικοδόμησε ένα Σύστημα Δικαιωμάτων Εκπομπών Ρύπων, με βάση το οποίο μοίρασε «δικαιώματα ρύπων» σε χώρες και εταιρείες και έστησε ένα «χρηματιστήριο ρύπων». Η καλή μας η ΕΕ φρόντισε να απονείμει δωρεάν δικαιώματα ρύπων σε όλες τις ηλεκτροβόρες βιομηχανίες για να διαφυλάξει την «ανταγωνιστικότητά» τους και φόρτωσε το κόστος των ρύπων στις εταιρείες παραγωγής ενέργειας, αφού ο καταναλωτής δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ρεύμα. Η χρηματιστηριακή τιμή αυτού του ανύπαρκτου προϊόντος (του «δικαιώματος να ρυπαίνεις») εκτινάχθηκε στα 70 €/tn τον Νοέμβρη 2021, από μόλις 18 €/tn τον Ιούνιο του 2018! Και φυσικά αυτό επιστρέφει ως κόστος στο ρεύμα!

Χρηματιστήριο φυσικού αερίου. Όσο κλιμακώνονται οι στόχοι για την «απολιγνιτοποίηση», αυξάνεται η χρήση του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή. Στην Ελλάδα, το ποσοστό ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο διπλασιάστηκε ανάμεσα στο 2014 και το 2019, φτάνοντας στο 35%. Η τιμή του φυσικού αερίου καθορίζεται κυρίως στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ. Έτσι, αν π.χ. υπάρξει μια αύξηση των τιμών στο ολλανδικό χρηματιστήριο ΦΑ, ας πούμε λόγω διαταραχής των ποσοτήτων ρωσικού αερίου που διέρχονται από την Ουκρανία, η αύξηση αυτή θα μεταφερθεί και στην Ελλάδα, ακόμη κι αν η χώρα μας προμηθεύεται αέριο από την Αλγερία. Η υψηλότερη τιμή που διαμορφώνεται από την κερδοσκοπική φούσκα στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ «διαχέεται» παντού και καθορίζει τις τιμές του φυσικού αερίου συνολικά.

Η απόφαση της κυβέρνησης Μητσοτάκη να κλείσει πλήρως τις λιγνιτικές μονάδες έως το 2028 (όταν η ίδια η Γερμανία έχει θέσει το αντίστοιχο ορόσημο 10 χρόνια αργότερα!), επιταχύνοντας τις εξελίξεις, δεν έχει να κάνει φυσικά με τις… οικολογικές ευαισθησίες της Ν.Δ., αλλά με την αβάντα στους ιδιώτες επιχειρηματίες μονάδων φυσικού αερίου.

Το ελληνικό χρηματιστήριο ενέργειας. Αυτό είναι έτσι οργανωμένο που η τιμή της ενέργειας δεν καθορίζεται από το μείγμα των πηγών που συμμετέχουν στην παραγωγή της (λχ ΑΠΕ που έχουν χαμηλό κόστος), αλλά από την τιμή του ακριβότερου καυσίμου, δηλαδή σήμερα του φυσικού αερίου, και μάλιστα στην ακριβότερη τιμή της, που είναι η τιμή της στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ. Η τιμή εκκαθάρισης της ηλεκτρικής ενέργειας στο χρηματιστήριο της ενέργειας περιλαμβάνει τις υψηλότερες τιμές κάθε ώρας (οριακές τιμές), ανεξαρτήτως πηγής. Με άλλα λόγια: η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στο ελληνικό χρηματιστήριο διαμορφώνεται ωσάν να παραγόταν όλη η ηλεκτρική ενέργεια από μονάδες φυσικού αερίου, μολονότι το φυσικό αέριο συμμετέχει στην ηλεκτροπαραγωγή μόνο κατά 35%!

Σε αριθμούς: το 2021 η συμμετοχή των μονάδων φυσικού αερίου στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα ήταν 38% (37% καλύφθηκε από ΑΠΕ συμπεριλαμβανομένων και των υδροηλεκτρικών, 10% από λιγνιτικές μονάδες και 15% από εισαγωγές). Παρά τη σύνθεση αυτή, όταν οι τιμές του φυσικού αερίου πενταπλασιάσθηκαν στο Χρηματιστήριο του Άμστερνταμ, το ίδιο συνέβη και στις τιμές στο ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας: η μεγαβατώρα σκαρφάλωσε από 50-60 € στις αρχές 2021 στα 235-245 € στο τέλος του ίδιου χρόνου. (Δ. Καρδοματέα «Γιατί οι υψηλές τιμές στην ενέργεια θα γίνουν μόνιμο πρόβλημα», liberal 10/2/22)

Σημειωτέον ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη που το 100% της ενέργειας που μπαίνει στο σύστημα περνάει μέσα από το χρηματιστήριο -με δεύτερη την Ελβετία με 38% (!), ενώ στην κοιτίδα του νεοφιλελευθερισμού, τη Μ. Βρετανία, το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 13% και η υπόλοιπη ποσότητα διευθετείται μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων. (Πηγή: The Manifold, «Ποιος φταίει για την ενεργειακή ακρίβεια στην Ελλάδα» 27/1/2022)

Bonus: η «αγορά εξισορρόπησης». Πρόκειται για μια αγορά στην οποία οι προμηθευτές καταθέτουν σε πραγματικό χρόνο προσφορές για την κάλυψη των «κενών ενέργειας» που μπορεί να έχει το σύστημα. Θα μπορούσε να περιγραφεί ως «αγορά έκτακτης ανάγκης». Εδώ έρχεται το κερασάκι στην τούρτα της κερδοσκοπίας των ελληνικών ομίλων ενέργειας: ενώ η τιμή χονδρικής του ρεύματος κυμαίνεται περίπου στα 200 €/mwh (στην Ελλάδα που είναι η ακριβότερη στην Ευρώπη), η ίδια μεγαβατώρα στην «αγορά εξισορρόπησης» εκτινάσσεται μέχρι και τα 4.240 €/mwh! Νομιμότατα λοιπόν ένας ιδιώτης παραγωγός μπορεί να μπαίνει με μια υψηλή τιμή στο χρηματιστήριο ενέργειας για να μην μπει στο σύστημα την επόμενη ημέρα, λογαριάζοντας ότι έτσι θα δημιουργηθεί κάποια έλλειψη ρεύματος στο σύστημα που θα του επιτρέψει να πουλήσει τελικά το ρεύμα στην «αγορά εξισορρόπησης» με δεκαπλάσια τιμή.

Σε όλα τα παραπάνω πρέπει να συνυπολογίσουμε τις πρακτικές καρτέλ από τις εταιρείες παραγωγής ενέργειας στη χώρα μας, στις οποίες πλέον συμμετέχει και η ΔΕΗ, που λειτουργεί με μόνο γνώμονα το κέρδος των μετόχων της. Και βέβαια την ευκολία με την οποία οι πάροχοι ενέργειας, χωρίς κανένα φραγμό από το ελληνικό κράτος, μπορούν να μετακυλύουν το κόστος του χρηματιστηρίου στους καταναλωτές, επιτυγχάνοντας υπερκέρδη για τους ίδιους και ενεργειακή φτώχεια για όλους εμάς.

Όλα αυτά ακούγονται παράλογα: κι όμως, αυτός ο «παραλογισμός» είναι ακριβώς η λειτουργία της «απελευθερωμένης» αγοράς ενέργειας. Η επιδότηση των τιμολογίων, που διαφημίζει η κυβέρνηση, δεν αποτελεί λύση. Όχι μόνο γιατί είναι ψίχουλα, αλλά κυρίως γιατί αφήνει άθικτο τον τερατώδη μηχανισμό αύξησης των τιμών, επιδοτώντας ουσιαστικά με κρατικό χρήμα την κερδοσκοπία.

Το βαθύτερο θεμέλιο των τραγικών εξελίξεων στην τιμή του ρεύματος είναι ακριβώς το γεγονός ότι το ρεύμα αντί για κοινωνικό αγαθό έχει γίνει εμπόρευμα, και μάλιστα χρηματιστηριακό, σύμφωνα με τις επιταγές του κεφαλαίου, τις ντιρεκτίβες της ΕΕ και την ευγενή χορηγία των κυβερνήσεων Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ. Η ενέργεια πρέπει να φύγει ολοκληρωτικά από την σφαίρα της εμπορευματικής παραγωγής και να γίνει ξανά δημόσιο αγαθό. Αυτό σημαίνει αγώνα για εθνικοποίηση του ενεργειακού τομέα (εθνικοποίηση της ΔΕΗ και όλων των ιδιωτικών μονάδων) χωρίς αποζημίωση, με εργατικό και λαϊκό έλεγχο. Μόνο ένας εθνικοποιημένος τομέας ενέργειας μπορεί να εξασφαλίσει φτηνό ρεύμα για όλους, αξιοποιώντας τις υπάρχουσες τεχνολογίες με κριτήριο τις κοινωνικές ανάγκες και την περιβαλλοντική ισορροπία.

Αυτό, φυσικά, προϋποθέτει πλήρη απειθαρχία στις ντιρεκτίβες και την πολιτική της ΕΕ, την ίδια την ΕΕ και μια πορεία ρήξης και αποδέσμευσης από αυτή. Αυτός ο πολιτικός στόχος, που ανακύπτει τελικά σε κάθε μικρό ή μεγάλο θέμα, δεν είναι «για το μέλλον» αλλά για το τώρα.

https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/333222_apo-poy-prokyptoyn-oi-exofrenikes-times-toy-reymatos-stin-ellada

* Ηλεκτρολόγος μηχανικός, μέλος του ΝΑΡ και της ΚΣΕ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

 

 

Υποσημειώσεις

[i] Η τιμή (σε €/ΚWh) στις 4 μεγάλες εταιρείες σήμερα είναι: ΔΕΗ 0,11, Elpedison 0,11, NRG 0,1146, Protergia 0,11028. Όπως βλέπουμε, η τιμή των 4 αυτών εταιρειών που είναι ταυτόχρονα παραγωγοί και πάροχοι ενέργειας, είναι σχεδόν ίδια!

[ii] Από την ιστοσελίδα της ΡΑΕ (ΑΠ. 409/2020) μαθαίνουμε ότι: «Συστήνεται η διαμόρφωση ενός εύρους διακύμανσης των τιμών του μεγέθους x για το οποίο δεν προβλέπεται ενεργοποίηση του μηχανισμού αναπροσαρμογής (περιοχή ασφάλειας), το οποίο να είναι εύλογα συμβατό με τη διακύμανση των τιμών του μεγέθους x, βάσει ιστορικών δεδομένων και ευλόγων παραδοχών-προβλέψεων, με στόχο την κατά το δυνατόν ελαχιστοποίηση της ανάγκης ενεργοποίησης των μηχανισμών αναπροσαρμογής των τιμών.

Συνεπώς, η ανάγκη ενεργοποίησης του μηχανισμού θα προκύπτει ως εξαιρετική περίπτωση, όταν οι τιμές του μεγέθους x κινούνται σε επίπεδα δυσχερώς προβλέψιμα, βάσει των στοιχείων που ήταν διαθέσιμα στον Προμηθευτή κατά την κατάρτιση της σύμβασης προμήθειας ή κατά τη διαμόρφωση των τιμολογίων και των παραμέτρων τους». Είναι σαφές από τον πίνακα 1 ότι το 0,05 δεν είναι υπολογισμένο να ενεργοποιείται σε «εξαιρετικές περιπτώσεις» -το αντίθετο μάλιστα. Οπότε η ΡΑΕ αρκείται το να κάνει… συστάσεις, η κυβέρνηση ποιεί την νήσσα και οι έμποροι ξεσκίζουν όλους εμάς. Ωραία περνάμε στην ελεύθερη αγορά!

[iii] Οι συντελεστές που χρησιμοποιεί η ΔΕΗ από τα στοιχεία της φαίνεται ότι είναι: α=1,15 και β=0,0115. Παραπλήσιους συντελεστές έχουν και οι άλλες εταιρείες.

[iv] Με δικά τους λόγια:
x: ο αριθμητικός μέσος όρος της Τιμής Εκκαθάρισης της Αγοράς της προ Ημερησίας Αγοράς Ενέργειας του προηγούμενου μήνα, που δημοσιεύεται στο χρηματιστήριο του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας.
α: Συντελεστής Προσαύξησης, ο οποίος επιλέγεται ελεύθερα από τον Προμηθευτή. Σύμφωνα με τη ΡΑΕ, είναι αριθμός μεγαλύτερος από το 0.
β: Συντελεστής Προσαύξησης, ο οποίος επιλέγεται ελεύθερα από τον Προμηθευτή. Σύμφωνα με τη ΡΑΕ, είναι αριθμός μεγαλύτερος ή ίσος από το 0 και εκφράζεται σε €/MWh.

[v] Υ=1,15*0,266+0,0115=0,3174 €/kWh-0,11=0,2074€/KWh*1000=207 ευρώ

[vi] Υ=0,266 €/kWh-0,11=0,156 €/kWh*1000=156 ευρώ

[vii] Και όχι μόνο, γιατί οι λογαριασμοί επιβαρύνονται επίσης και με τις λεγόμενες «ρυθμιζόμενες χρεώσεις», για τις οποίες επίσης ο καταναλωτής δεν γνωρίζει και πολλά, ούτε για τι χρεώνεται ούτε πού καταλήγουν αυτά τα χρήματα. Αυτό όμως χρειάζεται ένα άλλο, χωριστό άρθρο.
















Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Απόπειρα αποτίμησης ενός οικονομικού υποδείγματος (μέρος 3ο)

Συνέχεια από το προηγούμενο 

6. Οι μισθοί και η παραγωγικότητα

Στην χώρα μας, εξαιτίας των μνημονίων ευρωλιτότητας, ζήσαμε μια μείωση (των μικτών) μισθών κατά 25% από το 2009 μέχρι σήμερα. Αυτό ήταν το νεοφιλελεύθερο “γιατρικό” που ονομάστηκε «εσωτερική υποτίμηση». Αν η απόλυτη μείωση ήταν για την περίπτωση μας ένα εξαιρετικό γεγονός, για τον νεοφιλελεύθερο κόσμο ο κανόνας είναι η σχετική μείωση των μισθών (με απόλυτη μείωση μισθών σε περιόδους κρίσης). Για να το πούμε με απλά λόγια, στην νεοφιλελεύθερη “λογική”, η μισθωτή εργασία πρέπει, αφενός να αμείβεται με χαμηλότερους μισθούς για να μειώνονται τα κόστη της παραγωγής και αφετέρου να καταναλώνει τον παραγόμενο πλούτο σε υψηλότερες τιμές για να αποκομίζει κέρδη το κεφάλαιο! Για σχετικά μικρά χρονικά διαστήματα αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω του δανεισμού (όπως γινόταν μέχρι το 2007) αλλά αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει για πάντα.

Η τάση αυτή φαίνεται μέσα από διάφορα μεγέθη.

α) Μετά το 1980 έχουμε μια συνεχώς διευρυνόμενη απόκλιση ανάμεσα στην παραγωγικότητα της εργασίας και τους μισθούς. Για πρδγμα, στις ΗΠΑ, με αρχή αναφοράς το 1995 (τιμή βάσης =100) η κατά κεφαλήν παραγωγικότητα αυξάνεται κατά 30% μέχρι το 2012 ενώ το πραγματικό διάμεσο εισόδημα των νοικοκυριών μένει στα επίπεδα του 1995, δλδ στην τιμή 100. Η ψαλίδα κλείνει κάπως τα επόμενα χρόνια λόγω της αύξησης του πραγματικού εισοδήματος αλλά ξανανοίγει το 2020. Στην Ευρώπη, στο ίδιο διάστημα, έχουμε μικρότερη απόκλιση ανάμεσα στην κατά κεφαλήν παραγωγικότητα και του κατά κεφαλήν πραγματικού μισθού (η ψαλίδα κλείνει στις περιόδους μεγάλης ύφεσης).


Διάγραμμα 34. Παραγωγικότητα της εργασίας vs μισθοί

 


Διάγραμμα 35. Παραγωγικότητα της εργασίας vs μερίδιο των μισθών στις ΗΠΑ


Διάγραμμα 36. Διαφορά κατά κεφαλήν παραγωγικότητας μείον κατά κεφαλήν πραγματικός μισθός στην Ευρωζώνη

Η παρατηρούμενη απόκλιση παραγωγικότητας-μισθών δεν σημαίνει ότι το άνοιγμα της ψαλίδας οφειλόταν στην ιδιαίτερη ανάπτυξη της παραγωγικότητας. Στην νεοφιλελεύθερη περίοδο οι ρυθμοί  αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας δεν ήταν ιδιαιτέρως μεγάλοι: στις χώρες του ΟΟΣΑ, την δεκαετία του 1970 η μέση ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας ήταν γύρω στο 2,5%, την περίοδο 1985-2000 γύρω στο 2% και την περίοδο 2010-20 στο 1%. Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 37 παρατηρείται μείωση του ποσοστού μεταβολής της παραγωγικότητας παρά την πρόσκαιρη ανάκαμψη του την περίοδο 1980-2020.

Διάγραμμα 37. Ποσοστό μεταβολής της παραγωγικότητας (ομαλοποιημένες καμπύλες)

Η φθίνουσα αύξηση είναι φαινόμενο που παρατηρείται και στην συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών της παραγωγής.

 Διάγραμμα 38. Συνολική παραγωγικότητα συντελεστών παραγωγής ΗΠΑ 

β) Το μερίδιο της εργασίας (οι ακαθάριστες αποδοχές της) στο παραγόμενο προϊόν (ΑΕΠ) σε όλη την νεοφιλελεύθερη περίοδο βαίνει μειούμενο.

Στην ΕΕ-15 από το 1960 μέχρι το 1980 το ποσοστό αυτό κινείται από το 68 μέχρι το 72%. Από το 1980 (70%) το μερίδιο των μισθών (ακαθάριστες αποδοχές) ελαττώνεται σχεδόν γραμμικά μέχρι το 1989 (65%) και από τότε κινείται γύρω από το 63% (τα στοιχεία προέρχονται από την AMECO).

Στο θέμα αυτό κάνουν μια σημαντική παρατήρηση οι Dumenil και Levy εξετάζοντας τα εισοδήματα (και όχι μόνο τους μισθούς) στις ΗΠΑ. Την περίοδο μετά το 1930 παρατηρείται μια απότομη πτώση στο μερίδιο επί του συνολικού εισοδήματος που εισέπραξε το "ανώτερο 1% εισοδηματικό κλιμάκιο": από το 24% του ΑΕΠ που απέσπασε το 1930 κατέληξε στο 10% στην περίοδο 1950-80 για να εκτοξευτεί στην συνέχεια σχεδόν γραμμικά μέχρι το 2007 σε πάνω από το 20%. Με έναν άλλο τρόπο, το εισόδημα του "κατώτερου 99% των νοικοκυριών" είδε να αυξάνεται το πραγματικό εισόδημα του από τα 12 χιλ το 1940 στα 37 χιλ το 1980 (+210%) ενώ το εισόδημα του "ανώτερου 1% των νοικοκυριών" είδε να αυξάνεται το εισόδημα του από 250 σε 300 χιλ (+20%). Από το 1980 και μετά οι τάσεις αλλάζουν άρδην: μέχρι το 2007 το φτωχότερο 99% του πληθυσμού αυξάνει το εισόδημα του κατά 10% ενώ το πλουσιότερο 1% κατά 200%!



Διάγραμμα 39. Μεταβολή του εισοδήματος του υψηλότερου 1% των εισοδημάτων σε σχέση με το υπόλοιπο 99%.

Αλλά και ειδικότερα στους μισθούς διαπιστώνουν αντίστοιχη εικόνα: «Το σχήμα δείχνει ότι, αν εξαιρέσουμε τις αμοιβές εργασίας των ανώτερων μισθολογικών κλιμακίων των νοικοκυριών [δλδ τις αμοιβές των διευθυντικών στελεχών], επικρατεί μια σημαντική καθοδική τάση στη διάρκεια των νεοφιλελεύθερων δεκαετιών (μεταξύ του 1980 και του 2009), μια απώλεια ίση με 10,8 εκατοστιαίες μονάδες του συνολικού εισοδήματος από το 62,2 στο 51,5% για το κλιμάκιο 0-95 [δλδ αν αφαιρέσουμε το ανώτερο 5% από όσους φέρονται να εργάζονται με μισθό]» (Διάγραμμα 42).

Διάγραμμα 40. Μερίδιο των μισθών

Διάγραμμα 41. Μερίδιο των μισθών ΕΕ, ΗΠΑ, Ιαπωνία


Διάγραμμα 42. Το μερίδιο των μισθών στις ΗΠΑ εξαιρουμένου των υψηλών αμοιβών


7. Ανεργία - απασχόληση

Η γενική αυτή εικόνα της «σχετικής εξαθλίωσης» της μισθωτής εργασίας δεν άλλαξε στην περίοδο της πανδημίας παρά τα επιδόματα επιβίωσης που μοιράστηκαν από τις Κεντρικές Τράπεζες.

Η παρατηρούμενη μετά το 1990 τάση μείωσης της ανεργίας (που βεβαίως αναστέλλεται σε περιόδους ύφεσης) δεν φαίνεται να πιέζει προς τα πάνω τους μισθούς -πιθανώς λόγω της εξασθένησης του εργατικού/συνδικαλιστικού κινήματος (σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ το ποσοστό των συνδικαλισμένων εργαζομένων έπεσε από το 35% (1980) στο 15% (2019). Χάρη και στην εξασθένιση των μισθών συγκρατήθηκε ο πληθωρισμός σε όλη την νεοφιλελεύθερη περίοδο μέχρι το 2020. Αυτό το γεγονός βοήθησε στην συγκράτηση των επιτοκίων και, επομένως, στην βιωσιμότητα των χρεών.    


 

Διάγραμμα 43α. και β. Η ανεργία σε επιλεγμένες χώρες


 Διάγραμμα 44. Η ανεργία εκτινάσσεται μετά τα μέσα του ’70 και μειώνεται μετά το 1995

 

Διάγραμμα 45. Ανεργία και πληθωρισμός σε ΗΠΑ και ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ μέχρι το 1995

Διάγραμμα 46. Ποσοστό ανεργίας στις χώρες του ΟΟΣΑ επί κορονοϊού

 

Ένα επιπλέον στοιχείο σε σχέση με την απασχόληση είναι πως ακόμη και μετά το 1995 στην εποχή της γενικευμένης μείωσης της ανεργίας, στις ανεπτυγμένες χώρες, παρατηρείται μείωση του βαθμού συμμετοχής του εργατικού δυναμικού ή, ακόμη και στην περίπτωση που παρατηρείται αύξηση του βαθμού συμμετοχής, σημειώνεται μείωση του ρυθμού αύξησης του.  

 

Διάγραμμα 47. Ποσοστά ανεργίας και βαθμού συμμετοχής του εργατικού δυναμικού (ΗΠΑ)

 

8. Επενδύσεις και ρυθμός μεταβολής επενδύσεων

Οι επενδύσεις δείχνουν μια σχετική αδυναμία στις ανεπτυγμένες χώρες και, συνεπώς, το πιο ανησυχητικό, παρατηρείται μια σταθερή πτώση του «ρυθμού συσσώρευσης του κεφαλαίου». Καθώς η συσσώρευση κεφαλαίου είναι βασική παράμετρος για την ομαλή λειτουργία του καπιταλισμού πτώση του ρυθμού συσσώρευσης σημαίνει και αύξηση των κινδύνων για έκρηξη κρίσης.

Ορίζοντας τον «ρυθμό συσσώρευσης» ως τον ρυθμό μεγέθυνσης του καθαρού αποθέματος παγίου κεφαλαίου των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, και ρίχνοντας μια ματιά στις επιδόσεις των ΗΠΑ (Διαγράμματα 49,50), -αλλά και γενικότερα στον ανεπτυγμένο κόσμο- διαπιστώνουμε ότι ο ρυθμός συσσώρευσης στην νεοφιλελεύθερη περίοδο μόνο για λίγο κατάφερε να ξεπεράσει τον μέσο ρυθμό συσσώρευσης της κεϋνσιανής περιόδου (Διάγραμμα 49, κόκκινη γραμμή) και ότι το 2005, μετά από 25 χρόνια νεοφιλελευθερισμού και λίγο πριν την «κρίση των subprime», το απόθεμα παγίου κεφαλαίου ήταν κατά 30% χαμηλότερο αυτού που θα είχε επιτευχθεί αν είχε διατηρηθεί ο προηγούμενος ρυθμός συσσώρευσης. Στο ίδιο διάγραμμα, πέρα από τον ρυθμό συσσώρευσης (Accumulation Rate) φαίνεται και το ποσοστό παρακρατούμενων κερδών (- - - -) όπου οι καταβαλλόμενοι τόκοι και τα μερίσματα αφαιρούνται από τα κέρδη. Από το σχήμα φαίνεται η στενή σχέση των δύο μεγεθών (ποσοστό συσσώρευσης και ποσοστό παρακρατούμενων κερδών) και ταυτοχρόνως υπαινίσσεται ότι, σε παγκόσμιο επίπεδο, οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις δεν δανείζονται για να επενδύουν αλλά για άλλους λόγους, όπως, για πρδγμα για επαναγορά των μετοχών τους! Η υπόθεση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι μετά το 1980 οι επαναγορές μετοχών (μειωμένες κατά τις νέες εκδόσεις) πάνε παράλληλα με τον καθαρό δανεισμό των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων.

 


Διάγραμμα 48. Ποσοστά επενδύσεων (% ΑΕΠ) σε ΗΠΑ. Κίνα, Ιαπωνία, Γερμανία

Διάγραμμα 49.  Ρυθμός συσσώρευσης κεφαλαίου (ΗΠΑ) 1950-2001 και μέσος ρυθμός συσσώρευσης στην περίοδο 1952-79 (κόκκινη γραμμή)   


Διάγραμμα 50. Ρυθμός συσσώρευσης κεφαλαίου (ΗΠΑ) 1947-2010

 

 

 

Συνεχίζεται

Παρασκευή 1 Απριλίου 2022

Οι μισθοί στην Ελλάδα μεταξύ των χαμηλότερων στην ΕΕ

του Ηλεία Ιωακείμογλου

Από το 2008 έως σήμερα, το κεφάλαιο συνθλίβει ανθρώπινες ζωές προκειμένου να ανορθώσει την κερδοφορία του με τον μοναδικό τρόπο που βρίσκει πρόσφορο στην παρούσα ιστορική συγκυρία: μειώνοντας διαρκώς τις δαπάνες συντήρησης και αναπαραγωγής των υποτελών κοινωνικών τάξεων, επιδιώκοντας μάλιστα μια τέτοια μείωση να την καταστήσει νέα κανονικότητα όπου οι υποτελείς θα θεωρούν φυσική την υλική στέρηση, και ακόμη χειρότερα, την υποτέλειά τους. Το κεφάλαιο δημιουργεί έτσι την αντικειμενική βάση μιας διευρυνόμενης κρίσης αναπαραγωγής των εργαζόμενων τάξεων, μιας κρίσης κοινωνικής αναπαραγωγής

Στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, οι εργασιακές μας ικανότητες, όταν διατίθενται στην αγορά εργασίας, αποτελούν εμπόρευμα που πωλείται όπως κάθε άλλο εμπόρευμα, από το πιο χυδαίο έως το πιο ευγενές.

Ο καθορισμός της αξίας αυτού του εμπορεύματος διακρίνεται από τις αξίες όλων των άλλων εμπορευμάτων κατά το ότι περιέχει όχι μόνο ένα βιολογικό στοιχείο (δηλαδή το σύνολο βιολογικών αναγκών), αλλά και ένα ιστορικό στοιχείο (ή κοινωνικό στοιχείο), που δεν αναφέρεται στις βιολογικές μας ανάγκες αλλά στις άλλες, εκείνες που καθορίζονται από την κοινωνική ζωή και την ιστορία της κάθε εποχής, αλλά και από την γεωγραφία του τόπου όπου ζούμε. Η αξία αυτή, των εργασιακών μας ικανοτήτων (και εν τέλει αυτές οι ίδιες οι ανάγκες μας, βιολογικές ή κοινωνικές και ιστορικές), αποτιμάται στην αγορά εργασίας ως μισθός, και είναι επίδικο αντικείμενο διαπραγμάτευσης, επομένως συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των κυρίαρχων και των υποτελών, μεταξύ των κατόχων κεφαλαίου (που έρχονται στην αγορά ως αγοραστές) και όσων είμαστε κάτοχοι μόνο (ή σχεδόν μόνο) των εργασιακών μας ικανοτήτων (και ερχόμαστε στην αγορά ως πωλητές αυτών των ικανοτήτων).

Το ιστορικό ή κοινωνικό στοιχείο των αναγκών μας, αφού είναι επίδικο αντικείμενο του συσχετισμού δυνάμεων, μπορεί να αυξάνεται ή να συρρικνώνεται, ή ακόμα και να εξαφανιστεί τελείως ως αποτέλεσμα του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων· είτε το κεφάλαιο κατορθώνει να συρρικνώσει το «καλάθι» των εμπορευμάτων (υλικών αγαθών ή υπηρεσιών) που είναι αναγκαία για την συντήρηση και την αναπαραγωγή των εργασιακών μας ικανοτήτων, είτε αντιθέτως οι εργαζόμενοι κατορθώνουν να ενσωματώσουν νέες ανάγκες στο ιστορικό στοιχείο των αναγκών τους, δηλαδή στο «αναγκαίο καλάθι»: επιπλέον εμπορεύματα προστίθενται στο σύνολο των υλικών αγαθών και υπηρεσιών που θεωρούνται αναγκαία για μια «κανονική» και αξιοπρεπή διαβίωση στην συγκεκριμένη χώρα και στην συγκεκριμένη εποχή.

Γι’ αυτούς τους λόγους, η μείωση της αξίας (η απαξίωση) των εργασιακών ικανοτήτων των υποτελών κοινωνικών τάξεων πραγματοποιείται με δύο τρόπους:

Πρώτον, με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (που μειώνει την αξία ενός εκάστου των εμπορευμάτων που συνθέτουν το αναγκαίο για την συντήρηση και αναπαραγωγή της «καλάθι» εμπορευμάτων). Αυτό δεν συμβαίνει πλέον στην Ελλάδα, όπου οι μεταβολές της παραγωγικότητας της εργασίας είναι μικρές.

Δεύτερον, με την συρρίκνωση του ιστορικού στοιχείου των αναγκών, δηλαδή αφαιρώντας αγαθά και υπηρεσίες από το «καλάθι» με τα αναγκαία· μειώνοντας δηλαδή την αγοραστική δύναμη του μισθού (την οποία ονομάζουμε και πραγματικό μισθό, διότι μετράει αυτό τα πράγματα [αγαθά και υπηρεσίες] που αγοράζει ο τρέχων μισθός, αυτός που μετριέται σε ευρώ).

Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα κατά την τελευταία δεκαετία: έχει μειωθεί θεαματικά ο πραγματικός μισθός (έχουν επομένως μειωθεί αυτά που μπορεί να αγοράσει ο τρέχων μισθός) και έχει καθηλωθεί στο χαμηλό σημείο που βρέθηκε μετά την μεγάλη μείωση που επέβαλαν τα μνημόνια.

Ας δούμε με ποιον τρόπο αυτό φαίνεται στα στατιστικά στοιχεία και τι επιπλέον έχουν να μας δείξουν αυτά.

Τα τεκμήρια της υποτίμησης της εργασίας

Η αγοραστική δύναμη της μέσης αμοιβής εργασίας (δηλαδή ο μέση πραγματική αμοιβή εργασίας) φαίνεται στο διάγραμμα 1.


 

Στο διάγραμμα 1 παρατηρούμε ότι η αγοραστική δύναμη αυξανόταν έως και το 2009. Κατά την τριετία 2010-2012 πραγματοποιήθηκε κατακόρυφη μείωση την οποία ακολούθησε πρόσθετη, λιγότερο όμως δραματική, επί κυβέρνησης Σύριζα, μείωση που διήρκεσε μέχρι το τέλος του 2017. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2018 ώστε η αγοραστική δύναμη της μέσης αμοιβής εργασίας να σταθεροποιηθεί, και αυτό συνέβη σε επίπεδο χαμηλότερο κατά 24% έναντι του 2009. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατά το 2022, η αγοραστική δύναμη της μέσης αμοιβής εργασίας δεν θα αυξηθεί.

Διευκρίνιση: το γεγονός ότι έχει διανυθεί μια ολόκληρη πενταετία κατά την οποία ο μέσος πραγματικός μισθός παραμένει κατά 24% χαμηλότερος από τον αντίστοιχο μισθό του 2009, δεν σημαίνει ότι αφαιρέθηκε εφάπαξ από την αγοραστική δύναμη του μισθού το 24%˙ αντιθέτως, σημαίνει ότι στην διάρκεια κάθε ξεχωριστού έτους που παρέρχεται μετά το 2018, αφαιρείται τώρα το 1/4 της αγοραστικής δύναμης που είχε ο μισθός κατά το 2009.

Η υποτίμηση της εργασίας στην Ελλάδα, δεν ακολουθεί τις εξελίξεις στις άλλες χώρες της ευρωπαϊκής Μεσογείου, διότι στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία υπήρξε μόνο πρόσκαιρη στασιμότητα ή μείωση των μικτών ετήσιων αποδοχών εργασίας ανά μισθωτό (διάγραμμα 2). Ομοιότητα παρουσιάζει η Ελλάδα με την Κύπρο, ως προς το φαινόμενο που εξετάζουμε εδώ, πλην όμως η υποτίμηση στην Κύπρο ήταν κατά πολύ μικρότερη.

Η Ελλάδα αναδεικνύεται επομένως σε μοναδική περίπτωση οικονομικά αναπτυγμένης χώρας με δραματική μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών.


 

Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων είναι ότι η αγοραστική δύναμη των ετήσιων αποδοχών εργασίας ανά μισθωτό στην Ελλάδα είναι πλέον μία από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην κατάταξη των 27 χωρών, η Ελλάδα καταλαμβάνει την τρίτη χειρότερη θέση μετά από την Βουλγαρία και την Ουγγαρία (διάγραμμα 3). Πριν το 2010, η Ελλάδα βρισκόταν στην 13η καλύτερη θέση.

Η απαξίωση των ικανοτήτων προς εργασία των υποτελών κοινωνικών τάξεων φαίνεται με πιο γλαφυρό τρόπο στο εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας, δηλαδή στο τμήμα εκείνο του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος που ιδιοποιούνται οι μισθωτοί. Αυτό το μέγεθος, που φαίνεται στο διάγραμμα 4, δείχνει την διανομή του εισοδήματος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (και αποτελεί φαινομενική μορφή της αξίας της εργασιακής δύναμης με την μαρξιστική έννοια του όρου). Παρατηρούμε στο διάγραμμα 4 όλες τις περιόδους από τις οποίες διήλθε η ελληνική οικονομία μετά το 1973, όλες τις σημαντικές καμπές στην πορεία της και τρεις φάσεις απαξίωσης της εργασίας. Η πρώτη εκκίνησε το 1985 επί ΠΑΣΟΚ με υπουργό Εθνικής Οικονομίας τον Κώστα Σημίτη, η δεύτερη φάση απαξίωσης πραγματοποιήθηκε επί Μητσοτάκη πατρός, και η τρίτη με τα μνημονιακά προγράμματα. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα 4, από το 2012 έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα μια διαρκής διαδικασία μείωσης του ειοδηματικού μεριδίου της εργασίας, αναδιανομής του εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου και απαξίωσης των εργασιακών ικανοτήτων των μισθωτών. Σημειακή διακοπή της πτωτικής πορείας του μεριδίου της εργασίας υπήρξε κατά το 2020 εξαιτίας του τρόπου διαχείρισης του πρώτου κύματος της πανδημίας, αλλά από το 2021 η διαδικασία απαξίωσης τέθηκε ξανά σε κίνηση.

Από τις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπεται, τόσο για το 2022 όσο και για το 2023, περαιτέρω απαξίωση της εργασίας, η οποία μάλιστα θα οδηγήσει το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας πεντηκονταετίας.

 


Συμπεράσματα

Εάν υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη επιτυχία της μνημονιακής πολιτικής για τους κατόχους κεφαλαίου, αυτό είναι η θεαματική μείωση των πραγματικών μισθών (δηλαδή της αγοραστικής δύναμης των χρηματικών μισθών).

Το γεγονός ότι ο μέσος πραγματικός μισθός μειώθηκε κατά το 1/4, σημαίνει ότι κατά το ίδιο ποσοστό μειώθηκε ο όγκος, η ποσότητα, των αγαθών και υπηρεσιών που αγοράζει ο μισθωτός με τον μισθό του.

Σε αυτήν την απώλεια θα πρέπει να προσθέσουμε την επιβάρυνση των μισθωτών με την αύξηση του φορολογικού βάρους και το κόστος που τώρα επωμίζονται εξαιτίας των ιδιωτικοποιήσεων, οι οποίες μετατρέπουν τα δημόσια αγαθά σε εμπορεύματα. Επιπλέον, η εν λόγω μείωση είναι υποεκτιμημένη διότι συμπεριλαμβάνει τους συγκριτικά πολύ υψηλούς μισθούς των στελεχών επιχειρήσεων, οι οποίοι γενικά δεν μειώθηκαν διότι εκτός από αμοιβή εργασίας είναι και συμμετοχή στα κέρδη.

Το γεγονός ότι το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας στο προϊόν μειώθηκε επί μία δεκαετία (και πιθανότατα θα μειωθεί επίσης κατά την διετία 2022-2023), σημαίνει ότι οι μισθωτοί εργάζονται για τα αφεντικά τους αυξανόμενο αριθμό ωρών (όχι μόνο αυξημένο αλλά και διαρκώς αυξανόμενο) και για τον εαυτό τους μειούμενο αριθμό ωρών. Πόσες επιπλέον ώρες εργασίας, άραγε, πραγματοποιούνται τώρα για να φουσκώσουν το εισόδημα του κεφαλαίου και πόσες λιγότερες για τους εργαζόμενους; Περίπου 5 κάθε εβδομάδα.

Από το 2008 έως σήμερα, το κεφάλαιο συνθλίβει ανθρώπινες ζωές προκειμένου να ανορθώσει την κερδοφορία του με τον μοναδικό τρόπο που βρίσκει πρόσφορο στην παρούσα ιστορική συγκυρία: μειώνοντας διαρκώς τις δαπάνες συντήρησης και αναπαραγωγής των υποτελών κοινωνικών τάξεων, επιδιώκοντας μάλιστα μια τέτοια μείωση να την καταστήσει νέα κανονικότητα όπου οι υποτελείς θα θεωρούν φυσική την υλική στέρηση, και ακόμη χειρότερα, την υποτέλειά τους.

 

Από το https://commune.org.gr/4911-2/

Τι είναι η ρήτρα αναπροσαρμογής και γιατί (δεν θα έπρεπε να) την πληρώνουμε

  Τι είναι η ρήτρα αναπροσαρμογής και γιατί (δεν θα έπρεπε να) την πληρώνουμε  του Αντώνη Δραγανίγου Σε προηγούμενο άρθρο (ακολουθεί παρ...