Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Το «οικονομικό θαύμα» της χούντας

 


Τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια μετά το 2010 και τα «σωτήρια» μνημόνια, έχει αναπτυχθεί μια έντονη φιλολογία από διάφορους (ακροδεξιούς) «πατριώτες» -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τέτοιες «ιδέες» δεν διαδίδονται και από περιφερειακά στοιχεία της ΝΔ- η οποία προσπαθεί να αναβαπτίσει και να καλλωπίσει την περίοδο της επταετίας καταλήγοντας πάντα ότι μπορεί να μην είχαμε δημοκρατία (αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία) αλλά είχαμε ασφάλεια, ανάπτυξη και χαμηλό χρέος. Και ότι όλα αυτά ήταν επιτεύγματα της στρατιωτικής κυβέρνησης μέχρι που ήρθε η περίφημη «γενιά του Πολυτεχνείου» (ΓτΠ) που τα κατέστρεψε όλα.

Είναι λογικό βεβαίως να στρέφονται εναντίον της ΓτΠ αφού η εξέγερση του Νοεμβρίου του 1973 μπορεί να μην «έρριξε τη χούντα» αλλά ήταν η αιτία που την απονομιμοποίησε και την απομόνωσε από τις λαϊκές μάζες με αποτέλεσμα να καταρρεύσει λίγους μήνες αργότερα με την «προδοσία της Κύπρου». Πριν πάμε στο βασικό θέμα, του οικονομικού «θαύματος», δυο λόγια για την μεταδικτατορική «καταστροφή» που δήθεν έφερε η ΓτΠ, δηλαδή οι γεννηθέντες την περίοδο 1948-1955. Οι πρώτοι όμως που κυβέρνησαν από την γενιά αυτή ήταν ο Κώστας Καραμανλής (γενν. 1956) και ο Σαμαράς (γενν. Το 1951). Όλοι οι υπόλοιποι Κ. Καραμανλής, Γ. Ράλλης, Αν. Παπανδρέου, Κ. Μητσοτάκης και Κ Σημιτης (γενν. 1936) ήταν γεννημένοι πριν ακόμη τον Β ΠΠ. Επιφανή στελέχη των κυβερνήσεων μέχρι το 2000 ήταν επίσης εκτός της ΓτΠ. Μόνο ένας Λαλιώτης μου έρχεται εύκολα στο νου πως ήταν από τα στελέχη της ΓτΠ που έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο –αλλά όχι στον καθορισμό των κεντρικών επιλογών της πορείας της χώρας. Μια σειρά απλών ερωτημάτων μπορεί εύκολα να καταρρίψει τον ακροδεξιό μύθο περί της καταστροφικής ΓτΠ: Ήταν μήπως το τμήμα του πληθυσμού όσων γεννήθηκαν στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια αυτοί που ευνοήθηκαν ιδιαιτέρως από τις κυβερνητικές πολιτικές; Το υπόλοιπο 90% του πληθυσμού έμενε άπραγο και άφηνε τον έλεγχο των πάντων στους «φωνακλάδες» της ΓτΠ; Στη γενιά αυτή δεν υπήρχαν πολιτικά αδιάφοροι, κυρπαντελήδες ή μήπως οι υπόλοιπες γενιές δεν είχαν λόγο στις πολιτικές εξελίξεις; Υπήρχαν… ειδικά μισθολόγια για την ΓτΠ ή μήπως δεν ήταν οι γεννηθέντες πριν το 1950 που συνταξιοδοτήθηκαν την περίοδο 1974-2010;

 

«Καλό σλόγκαν το "Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία" αλλά να βρούμε τα συνθήματα του σήμερα»



              

 

---ο---

Ας πάμε όμως στο θέμα μας, στο οικονομικό «θαύμα» της στρατιωτικής δικτατορίας, το οποίο θα ελέγξουμε εξετάζοντας τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας σε σύγκριση με τα μεγέθη της περιόδου που προηγήθηκε και της περιόδου που ακολούθησε αλλά και τις εξελίξεις στον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο. Πρώτα όμως μια μικρή αναφορά στην πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια.

Η γερμανική Κατοχή και στην συνέχεια ο εμφύλιος πόλεμος άφησαν πίσω τους μια εκτεταμένη καταστροφή στην ελληνική οικονομία. Η καταστροφή ήταν τόσο μεγάλη που θα μπορούσε να πει κανείς ότι η χώρα δεν μπορούσε καν να θρέψει τον πληθυσμό της (μάλιστα, το μέσο ελληνικό νοικοκυριό δαπανούσε το 50% του εισοδήματος του για διατροφή). Γι’ αυτό και χρειάστηκαν συνεχείς ενέσεις οικονομικής (και στρατιωτικής) βοήθειας αρχικά μέσω της UNRRA και της Βρετανίας και στη συνέχεια από τις ΗΠΑ μέσω του σχεδίου Μάρσαλ. Το 1950 το ΑΕΠ της χώρας βρισκόταν στα προπολεμικά του επίπεδα ενώ το κατά κεφαλήν εθνικό εισόδημα δεν ξεπερνούσε τα 130 δολάρια ενώ το αντίστοιχο μέγεθος στην Δυτ. Γερμανία ήταν 400 δολάρια και στις ΗΠΑ 1600 δολάρια. Εκτός αυτού η δομή της οικονομίας ήταν ακόμη καθυστερημένη αφού ο αγροτικός τομέας απασχολούσε σχεδόν το 60% των εργαζομένων και παρήγαγε το 28% του ΑΕΠ. Σε πρώτη προτεραιότητα, αμέσως μετά την διατροφή του πληθυσμού, βρισκόταν η αποκατάσταση των ζημιών στον πρωτογενή τομέα, στις κατοικίες και στις υποδομές. Η βιομηχανία, από την άλλη, παρέμενε στα προπολεμικά της επίπεδα και μάλιστα μαζί με τον τομέα της ενέργειας (ΔΕΗ) μοιράζονταν μόνο το 25% των επενδύσεων που κι αυτές δεν ήταν υψηλές (το 1950 οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ανέρχονταν στο 17,7% του ΑΕΠ για να πέσουν τα δυο επόμενα χρόνια στο 13,6 και 13% του ΑΕΠ). Στο νομισματικό πεδίο υπήρχε πάντα ο εφιάλτης του κατοχικού υπερπληθωρισμού εξαιτίας του οποίου η εμπιστοσύνη στην δραχμή ήταν ακόμη κλονισμένη με αποτέλεσμα να γίνεται αποθησαυρισμός σε χρυσές λίρες, ένας ακόμη λόγος για την έλλειψη πιστώσεων που θα μπορούσαν να τονώσουν τις επενδύσεις. Προφανώς η κατάσταση στην παραγωγική δυνατότητα της χώρας μεταφραζόταν και σε δημοσιονομικές δυσκολίες. Η ανάγκη για συλλογή φόρων εξαντλούσε των πληθυσμό ενώ την ίδια στιγμή οι στρατιωτικές δαπάνες ήταν εκρηκτικά υψηλές (έφταναν το 37-42% των δαπανών) ανεβάζοντας τις δημόσιες δαπάνες στο υψηλό για την εποχή ποσοστό του 25% (το υψηλότερο ποσοστό στην Δυτική Ευρώπη). Εκείνο που διέσωζε την κατάσταση ήταν η αναστολή πληρωμών του εξωτερικού χρέους (που είχαν ζητήσει οι ΗΠΑ ως προϋπόθεση για την παροχή βοήθειας), η γεωργική παραγωγή που το 1/5 της αξίας της εξαγόταν για εισαγωγή συναλλάγματος, το ναυτιλιακό συνάλλαγμα και προφανώς η αμερικανική βοήθεια (που όμως άρχισε να μειώνεται από το 1952).

 

Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1952 ο Ελληνικός Συναγερμός του Αλ. Παπάγου σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση και λίγους μήνες μετά (9 Απριλίου 1953) ο υπουργός Συντονισμού, Σπ. Μαρκεζίνης, υποτίμησε κατά 50% την δραχμή σε σχέση με το δολάριο (1 δολάριο = 30000 δρχ –αργότερα αφαιρέθηκαν τα τρία μηδενικά και η ισοτιμία διαμορφώθηκε στο 1 δολάριο=30 δρχ). 


Εξετάζουμε τους βασικούς δείκτες της ελληνικής οικονομίας ξεκινώντας από το έτος αυτό και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980.


Α. ΑΕΠ

Εξέλιξη του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε λογαριθμική κλίμακα)

 

 

 Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν σε σταθερές τιμές (1970) σε εκατ. δρχ. 


Ετήσιες μεταβολές του ΑΕγχΠ στις χώρες της ΕΟΚ (σε αγοραίες τιμές 1975)


Είναι εντυπωσιακή η σταθερά αυξητική πορεία του ελληνικού ΑΕΠ μέχρι το 1973 που συμβαδίζει με μια αντίστοιχη συμπεριφορά των υπολοίπων χωρών της ΕΟΚ. Οι επιδόσεις της στρατιωτικής κυβέρνησης δεν διαφέρουν σε τίποτε από τις επιδόσεις των κυβερνήσεων που προηγήθηκαν ενώ πραγματοποιούνται μέσα σε ένα περιβάλλον επίσης εντυπωσιακής σταθερής ανάπτυξης (έστω και αν η ανάπτυξη στις υπόλοιπες χώρες της ΕΟΚ ήταν μικρότερου δυναμισμού).

Το 1973 η σταθερή και υψηλή ανάπτυξη τελειώνει οριστικά (στην Ελλάδα το 1974 κλείνει με ύφεση 3,6%) και ακολουθείται από χαμηλότερα ποσοστά ανάπτυξης ενώ από το 1980 και μετά σε όλες τις χώρες παρουσιάζεται μικρή ύφεση. 

Εξετάζοντας τους διάφορους τομείς της οικονομίας στην συμμετοχή τους στο ΑΕΠ της χώρας διαπιστώνουμε την συνεχή μείωση του ρόλου της γεωργίας (1960: 24.1%, 1970: 17.8%, 1980: 14.0%, 1983: 13.8%), την αύξηση του ρόλου του δευτερογενούς τομέα μέχρι το 1973 και την έναρξη της μείωσης της στη συνέχεια και την άνοδο του ρόλου των υπηρεσιών από το 1977 και μετά (1960: 47.6%, 1970: 46.4%, 1980: 53.4%, 1983: 55.5%). Ο τομέας Ηλεκτρισμός+Φωταέριο+Ύδρευση (κυρίως οι δύο πρώτοι) είναι ο τομέας που ανεβαίνει σταθερά κάθε χρόνο ξεκινώντας από το 0.9% του ΑΕΠ το 1958 για να φτάσει στο 1.7% το 1967, το 2.4% το 1974 και το 4.1% το 1985 δείχνοντας το σταθερό ενδιαφέρον όλων των κυβερνήσεων για τον εξηλεκτρισμό της χώρας μέσω της Δημόσιας ΔΕΗ (η οποία είχε απορροφήσει την δεκαετία του 1950 όλες τις μικρές ιδιωτικές εταιρείες που αδυνατούσαν να προχωρήσουν στις αναγκαίες επενδύσεις). Στον τομέα του τουρισμού οι αφίξεις ξένων τουριστών αυξάνονταν συνεχώς από το πενιχρό μέγεθος των 58χιλ (1951) σε 380χιλ (1960), 952χιλ (1965) και 3 εκατ (1973).

Για να έχουμε μια ακόμη σχετική εικόνα, ο αστικός πληθυσμός της χώρας από το 31.1% του πληθυσμού το 1928 και το 32.8% το 1940 ανέβηκε στο 37.7% το 1951, στο 43.3% το 1961, στο 53.2% το 1971 και στο 58.1% το 1981.  

 

 Ο δευτερογενής τομέας ως ποσοστό  του ΑΕΠ

 

Β. Επενδύσεις

Ο διχασμός σε δυο διακριτές περιόδους (πριν και μετά το 1973) είναι εμφανέστατος και στον τομέα των επενδύσεων.

Ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (δισεκ. δρχ, σταθερές τιμές 1970)

 

Μεταβολή του μεριδίου των καθαρών επενδύσεων παγίου κεφαλαίου (1958-85)

 

1953-57

1958-63

1964-68

1967-73

1953-73

Επενδύσεις %ΑΕΠ

14,9

20,9

24,7

29,7

22,5

Ιδιωτικές επενδύσεις στο σύνολο των επενδύσεων (%)

72,3

68,5

72,7

70,9

71

Επενδύσεις κατοικιών στο σύνολο των επενδύσεων (%)

41,6

30,7

30,4

30

33,1

Επενδύσεις εξοπλισμού στο σύνολο των επενδύσεων (%)

21,6

21,7

23,4

26,1

23,1

Βιομηχανικές επενδύσεις στο σύνολο των επενδύσεων (%)

11,8

12,2

13,5

14,5

12,9

 

Επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ και μερίδια διαφόρων κατηγοριών επενδύσεων (οι επενδύσεις κατοικιών ήταν από τις υψηλότερες στην Ευρώπη) 

 

Μέχρι το 1973 δόθηκε μεγάλη έμφαση από όλες τις κυβερνήσεις στις επενδύσεις και στη σταδιακή ένταξη της χώρας στη διεθνή αγορά. Η εκβιομηχάνιση θεωρήθηκε το πιο σημαντικό εργαλείο για να περάσει η χώρα στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Η πολιτική εκβιομηχάνισης προσανατολίστηκε στις διεθνείς άμεσες επενδύσεις και τις πολυεθνικές εταιρείες, που ναι μεν υπήρχαν και πριν τον πόλεμο, όμως απέκτησαν, διεθνώς, σημαντικό βάρος μεταπολεμικά. Την περίοδο εκείνη, το κράτος χρησιμοποίησε όλα τα εργαλεία που διέθετε για να προωθήσει την εκβιομηχάνιση. Η περίοδος αυτή, ιδιαίτερα η δεκαετία του 1960, ήταν η πιο δυναμική φάση της βιομηχανικής ανάπτυξης της Ελλάδας σε όλη την Ιστορία του νεοελληνικού κράτους (οι βιομηχανικοί κλάδοι που αναπτύχθηκαν σημαντικά ήταν κυρίως αυτοί των κεφαλαιουχικών αγαθών και σε κάποιο βαθμό και των ενδιάμεσων αγαθών). Στην περίοδο της δικτατορίας οι επενδύσεις, όπως φαίνεται και από τον παραπάνω Πίνακα, επίσης αυξήθηκαν, αλλά όπως σημειώνει ο Ι. Καλογήρου, «Η κρίσιμη μάζα μεγάλων ιδιωτικών βιομηχανικών επενδύσεων […] έγινε στην περίοδο που προηγήθηκε της Δικτατορίας και κυρίως στο διάστημα 1962-66. […] Η αδυναμία και η ανικανότητα του οικονομικού επιτελείου της Δικτατορίας να προσελκύσει και κυρίως να συντονίσει την πραγματοποίηση σημαντικών παραγωγικών επενδύσεων με αποτέλεσμα να ανακοπεί η επενδυτική ροή μετά το 1967».


Πάγιο κεφάλαιο κατά τομείς



Επενδύσεις κατά τομέα (απόλυτο μέγεθος σε δισεκ. δρχ, σταθερές τιμές 1958) και ποσοστά ανά τομέα της οικονομίας

 

Ο αναπτυξιακός κύκλος της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου έκλεισε οριστικά το 1973 και το κλείσιμο αυτό συνδέεται με τη διεθνή κρίση αλλά αντανακλά και εθνικές αδυναμίες και προβλήματα που υπήρχαν πριν το 1973. Το μερίδιο της μεταποιητικής βιομηχανίας στο ΑΕΠ κορυφώθηκε μέχρι το 1980, και από τότε μειωνόταν συνεχώς (8% το 2020). Η μείωση αυτή δεν περιορίστηκε μόνο στην Ελλάδα αλλά της περισσότερες χώρες της Δύσης –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- αλλά στην χώρα μας ήταν ιδιαίτερα ισχυρή. Συγκριτικά με τις χώρες της Περιφέρειας της ΕΕ (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία), η Ελλάδα γνώρισε την ισχυρότερη μείωση με αποτέλεσμα την διόγκωση του τριτογενούς τομέα (οι  υπηρεσίες ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από 50,4% το 1970 στο 70% περίπου από το 2009 και μετά). Η κατάρρευση του δευτερογενούς τομέα ενισχύθηκε και από την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ αφού καταργήθηκαν τα μέτρα προστασίας (δασμοί και ενισχύσεις) της ντόπιας παραγωγής. Η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ βρέθηκε αντιμέτωπη με αυτήν ακριβώς την κατάσταση και προχώρησε στην «κοινωνικοποίηση» των «προβληματικών» επιχειρήσεων -που εγκατέλειπαν οι ιδιοκτήτες τους-, ελπίζοντας πως, με κεϋνσιανά μέτρα, θα μπορούσε να ανατάξει τον δευτερογενή τομέα –χωρίς όμως αποτέλεσμα. Δεν ήταν μόνο η δήθεν «σοσιαλιστική πολιτική» που έκλεισε τις βιομηχανίες και έρριξε τις επενδύσεις στον δευτερογενή τομέα αλλά κυρίως η διεθνής καπιταλιστική κρίση και τα ιδιαίτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας που οδήγησαν στην αποβιομηχάνιση. Η οκταετής διακυβέρνηση 1981-89 απλώς χρεώθηκε αυτήν την καταστροφή.       

 

Γ. Πληθωρισμός

Ο πληθωρισμός παρέμενε χαμηλός μέχρι το 1973 οπότε και εκτοξεύτηκε ξαφνικά στα επίπεδα του 15%. Ακολούθησαν πολλά χρόνια με υψηλά ποσοστά πληθωρισμού ο οποίος άρχισε να αποκλιμακώνεται μόνο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το ίδιο χαμηλός παρέμενε ο πληθωρισμός και στις ΗΠΑ μέχρι το 1968. Από το 1969 ανέβηκε σε ποσοστά άνω του 5%. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και κυρίως από το 1973 (λίγο μετά την έξοδο των ΗΠΑ από την Συμφωνία του Μπρέτον Γουντς) ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε σε όλες τις χώρες. Η στρατιωτική κυβέρνηση της Ελλάδας δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο μεγάλο κύμα πληθωρισμού.



Η μεγάλη εικόνα του πληθωρισμού μετά τον Β ΠΠ


 Δείκτης Τιμών Καταναλωτή σε Ελλάδα και ΕΟΚ


Πληθωρισμός στην Βρετανία

 

 

Δ. Ανεργία

Στον τομέα της ανεργίας η γενική τάση διεθνώς ήταν τα χαμηλά της επίπεδα μέχρι της αρχές της δεκαετίας του 1970.   

Ανεργία της ΗΠΑ, Γερμανία και Γαλλία

 

Στην Ελλάδα το ποσοστό ανεργίας ξεκινώντας από τα επίπεδα του 7% το 1950, με το πέρασμα του χρόνου μειωνόταν σταδιακά με την βοήθεια και της μετανάστευσης (1960-66). Εν τούτοις τα στοιχεία της περιόδου 1953-73 δεν είναι αξιόπιστα καθώς υποτιμούσαν την υποαπασχόληση –κυρίως στον αγροτικό τομέα. Έτσι ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός παρουσιαζόταν σε πολύ χαμηλά ποσοστά, κάτω από 45% -πολύ κάτω από της ευρωπαϊκές χώρες. Για παράδειγμα, το 1963, ενώ επισήμως οι απασχολούμενοι παρουσιάζονταν στα 3,3 εκατ. και οι άνεργοι της 170 χιλ σε συνολικό πληθυσμό 8,3 εκατ, το ΔΝΤ υπολόγιζε της άνεργους και της υποαπασχολούμενους σε 950χιλ! (και το 1965 σε 300χιλ). Συνεπώς τα διαγράμματα της επίσημης ανεργίας που παρουσιάζονται μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 είναι μάλλον αμφίβολής αξιοπιστίας. Φαίνεται ότι, όντως, η κατάσταση στην απασχόληση είχε βελτιωθεί αρκετά κατά την περίοδο 1965-75 χάρη στην δημιουργία νέων θέσεων εργασίας που καλύπτονταν από την εσωτερική μετανάστευση. Από τα τέλη της δεκαετίας το ’70, με την αλλαγή στον τρόπο καταγραφής της ανεργίας αλλά και εξαιτίας του τερματισμού της μεταπολεμικής ανάπτυξης, ακολούθησε –με μικρή χρονική υστέρηση- την πορεία της ανεργίας των ανεπτυγμένων χωρών.       


Η ανεργία στην Ελλάδα


Η ανεργία και η (καθαρή) μετανάστευση στην Ελλάδα


Τα παραπάνω όμως, για να έχουμε μια ολοκληρωμένη και μη διαστρεβλωμένη εικόνα, πρέπει να τα δούμε με βάση τον τρόπο μέτρησης της ανεργίας καθώς ως άνεργοι καταγράφονται μόνο όσοι δηλώνουν ότι αναζητούν εργασία. Για πρδγμα, στις δεκαετίες ’50-’70 οι γυναίκες που είχαν ή αναζητούσαν εργασία ήταν της τάξης του 26-28%. Έτσι, το 1971 φαίνονται μειωμένοι οι άνεργοι κατά 113 χιλ ως προς το 1961 αλλά ταυτοχρόνως οι απασχολούμενοι, την ίδια περίοδο, είχαν μειωθεί κατά 281 χιλ!

Έτος

Απασχολούμενοι (σε χιλ)

Άνεργοι (σε χιλ)

Εργατικό δυναμικό (σε χιλ)

Πληθυσμός (σε χιλ)

Εργ. δυναμικό % πληθυσμού

Απασχολούμενοι % πληθυσμού

1961

3.424

215

3.639

8.245

44%

42%

1971

3.143

102

3.245

8.554

38%

37%

2024

4.270

438

4.708

10.400

45%

41%

 

   

Ε. Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (ΙΤΣ)

Είναι σταθερό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας ότι σε όλη την μεταπολεμική περίοδο τόσο το συνολικό ΙΤΣ όσο και ειδικότερα το ισοζύγιο αγαθών που εν μέρει αντισταθμίζεται από το θετικό ισοζύγιο υπηρεσιών, παραμένουν αρνητικά. Καμία βελτίωση δεν έφεραν οι κυβερνήσεις της στρατιωτικής δικτατορίας.

 


 Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών (σε ονομαστικές τιμές)

 

Αλλά και ως ποσοστό του ΑΕΠ, στην διάρκεια της επταετίας, το ΙΤΣ συνέχισε στα ίδια αρνητικά επίπεδα που είχε φτάσει ήδη από το 1964 και συνεχίστηκε στα ίδια επίπεδα για αρκετά χρόνια μετά. Μάλιστα το 1973 (άλλη μια φορά το έτος σταθμός 1973) το ΙΤΣ «άλλαξε πίστα» και μετά από ένα μικρό διάλειμμα στο τέλος της δεκαετίας το ’80 εκτινάχθηκε σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα με την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη. Ήτοι η εικόνα του ΙΤΣ στην περίοδο της δικτατορίας δεν βελτιώθηκε αλλά αντιθέτως κατέβηκε ξαφνικά ένα “σκαλοπάτι” το 1973.   



Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών (%ΑΕΠ)

 

Στ. Μισθοί

Οι μισθοί των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων αφενός λόγω της προηγηθείσας δεκαετούς καταστροφής και αφετέρου λόγω της στρατιωτικής ήττας της Αριστεράς και του ταξικού συνδικαλισμού ξεκίνησαν από χαμηλά επίπεδα και συντηρήθηκαν σε αυτά μέχρι το 1953. Με τιμή 100 το 1938, το μέσο πραγματικό ημερομίσθιο του εργάτη την περίοδο 1945-52 κυμάνθηκε γύρω στο 50 (με εξαίρεση το 1947 που προσέγγισε το 68,5). Άρχισε να ανεβαίνει σταδιακά το 1953 (57,1) για να φτάσει τα επίπεδα του 1938 μόλις το 1956. Η αύξηση των μισθών συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια (1958: 109.0, 1961: 134.2 κλπ). Η γενική γραμμή όλων των κυβερνήσεων ήταν η αύξηση των πραγματικών μισθών αλλά με ελεγχόμενους από το κράτος ρυθμούς (γι’ αυτό και ο συνδικαλισμός ήταν ελεγχόμενος από το κράτος που ταυτοχρόνως προστάτευε τους μισθούς από την αγορά) ώστε η αύξηση τους να ακολουθεί την αύξηση της παραγωγικότητας.

Την περίοδο 1955-63 (κυβερνήσεις της Δεξιάς) η μέση αύξηση του πραγματικού μισθού ήταν 3,8% ενώ την περίοδο 1964-66 (κυβέρνηση του Κέντρου) το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 9,8% και το 1968-72 ήταν μειωμένο στο 6,5% αλλά στο πρώτο έτος υψηλού πληθωρισμού (1973) η μεταβολή του μέσου πραγματικού μισθού ήταν μόλις +1,4% (μεταβολή της παραγωγικότητας +7%, μεταβολή ονομαστικού μισθού +17,2%). Τα επόμενα χρόνια (κυβέρνηση ΝΔ) οι μισθοί, λόγω υψηλού πληθωρισμού, έχαναν μέρος της αγοραστικής της δύναμης προκαλώντας ισχυρές εργατικές αντιδράσεις και χρειάστηκε να έρθει η πρώτη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ (1981-85) η οποία προσπάθησε, μέσω της αύξησης των πραγματικών μισθών, να τονώσει την ζήτηση και επομένως την εθνική παραγωγή. Εκείνο που δεν είχε αντιληφθεί ήταν ότι οι κεϋνσιανές πολιτικές είχαν χάσει πλέον την δύναμη τους μέσα σε έναν κόσμο βυθισμένο στον στασιμοπληθωρισμό.

Μέσες πραγματικές αποδοχές μισθωτών

 

Μια άλλη εικόνα έχουμε από την μεταβολή της μερίδας των μισθών L/Y (ο λόγος του ακαθάριστου αθροίσματος των μισθών προς το Καθαρό Εγχώριο Προϊόν) και από την οριακή μερίδα των μισθών ΔLY. Για τιμές 0-1 ο συγκεκριμένος δείκτης (ΔLY) σημαίνει ότι οι μισθοί ακολουθούν την αύξηση του ΑΕΠ ενώ για αρνητικές τιμές σημαίνει ότι έγινε αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των μισθωτών. Πάντως, να σημειωθεί,  ότι οι δείκτες αυτοί επηρεάζονται όχι μόνο από της μισθούς αλλά και από την αύξηση ή την μείωση του ποσοστού των μισθωτών στο σύνολο των εργαζομένων. Σε αυτό που μας ενδιαφέρει, είναι χαρακτηριστικό πως στην διάρκεια της δικτατορίας το μερίδιο των μισθών παρέμεινε σταθερό στο 33% (0,33).



Η μερίδα των μισθών L/Y και η οριακή μερίδα των μισθών ΔLY

 

Ζ. Δημόσιο χρέος

Το μεγάλο «όπλο» των υποστηρικτών της δικτατορίας είναι ότι η στρατιωτική κυβέρνηση δεν άφησε δημόσιο χρέος. Το ακριβές είναι ότι δεν άφησε μεγάλο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Όμως ξεχνούν ότι

α) το ελληνικό κράτος είχε υποχρεωθεί να κάνει στάση πληρωμών στο χρέος στις αρχές της δεκαετίας του ’50 για να συμμετάσχει στο Σχέδιο Μάρσαλ

β) το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν το ίδιο χαμηλό (και χαμηλότερο) και επί των κυβερνήσεων της περιόδου 1950-67

γ) το ίδιο χαμηλό ήταν το δημόσιο χρέος %ΑΕΠ σε όλον τον κόσμο

δ) το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ άρχισε να αυξάνεται σε όλο τον κόσμο μετά το 1973 και όχι μόνο στην Ελλάδα

ε) το δημόσιο χρέος παρέμενε χαμηλό διότι τα επιτόκια δανεισμού ήταν χαμηλά αλλά κυρίως επειδή η ανάπτυξη ήταν σταθερά υψηλή για ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο με αποτέλεσμα το κλάσμα χρέος/ΑΕΠ να παραμένει χαμηλό


 

Δημόσιο χρέος %ΑΕΠ(Ελλάδα)



 
Δημόσιο χρέος %ΑΕΠ(G20)

 

Για να δούμε όμως πως εξελισσόταν το δημόσιο χρέος σε ονομαστικές τιμές.





Ειδικό βάρος δημοσίου χρέους (
ΚΕΕ: Καθαρό Εθνικό Εισόδημα, ΤΦΕ: Τακτικά Φορολογικά Έσοδα)


Στο τέλος του 1966 το δημόσιο χρέος ανερχόταν στα 32,1 δισ δρχ και στο τέλος του 1973 είχε σχεδόν τριπλασιαστεί σε τρέχουσες τιμές φτάνοντας τα 94,1 δις δρχ (Μάλιστα στον παραπάνω Πίνακα δεν περιλαμβάνονται τα χρέη των Δημόσιων επιχειρήσεων σε δανειστές του εξωτερικού). Για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτή η αύξηση, αν σήμερα το δημόσιο χρέος αυξανόταν με τους ίδιους ρυθμούς, το Χρέος Κεντρικής Διοίκησης από 359 δις ευρώ το 2018 θα είχε ξεπεράσει σήμερα το 1 τρισ ευρώ!

Συμπέρασμα: το χαμηλό ποσοστό δημόσιου χρέους δεν ήταν «θαύμα» της στρατιωτικής κυβέρνησης. Ήταν ο γενικός κανόνας συμπεριφοράς του δημόσιου χρέους τόσο στις προδικτατορικές κυβερνήσεις όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70.

 

Με την ευκαιρία ας ρίξουμε μια ματιά και στα ελλείμματα του Προϋπολογισμού.

Το ισοζύγιο Τακτικού Προϋπολογισμού (γραμμή) και το ισοζύγιο Τακτικού Προϋπολογισμού+ΠΔΕ (μπάρες)  



Το ισοζύγιο 
Τακτικού Προϋπολογισμού+ΠΔΕ

 

 Μετά το 1952, το συνολικό έλλειμμα της Κεντρικής Διοίκησης παρέμεινε σταθερά στο εύρος από -1,5% ως -3% του ΑΕΠ ενώ μετά το 1971 αυξάνεται για να φτάσει στο -4% του ΑΕΠ το 1974. Όλη την περίοδο 1957-73 ο τακτικός προϋπολογισμός της Κεντρικής Κυβέρνησης ήταν ελαφρά πλεονασματικός (συνεχής γραμμή στο διάγραμμα) ενώ ήταν ελλειμματικός ο προϋπολογισμός Δημοσίων Επενδύσεων ώστε να βγαίνει ελεγχόμενα αρνητικό το συνολικό Ισοζύγιο της Κεντρικής Κυβέρνησης (κατακόρυφες μπάρες στο διάγραμμα). 

Για να κρατηθούν χαμηλά τα ελλείμματα όλη την περίοδο 1953-73 κρατούνταν χαμηλά οι δαπάνες για Διοίκηση (3,6-4,2% του ΑΕΠ) και οι δαπάνες για την Παιδεία (1,5-2%, όταν οι υπόλοιπες χώρες της ΕΟΚ δαπανούσαν τουλάχιστον 4% του ΑΕΠ τους) και την Υγεία (1,8-2,2%, σχεδόν το μισό ποσοστό από τις ανεπτυγμένες χώρες της ΕΟΚ). Οι δαπάνες για συντάξεις αυξήθηκαν από το 4,9% του ΑΕΠ (1957) σε 7,5% (1968) για να πέσουν σε 6,4% το 1973 (στις υπόλοιπες χώρες της ΕΟΚ οι συνταξιοδοτικές δαπάνες ήταν από 2 έως και 4 μονάδες του ΑΕΠ υψηλότερες). Στον αντίποδα, οι στρατιωτικές δαπάνες ήταν σταθερά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αν και είχαν τάση μείωσης (1953: 5,1% του ΑΕΠ, 1961: 4,2%, 1970: 4,2%, 1973: 3,5%).

Συμπερασματικά, όλη την περίοδο μέχρι το τέλος των 70ς τα χαμηλά ελλείμματα οφείλονταν στις χαμηλές δαπάνες για Παιδεία, Υγεία, Κοινωνική Πρόνοια και συνοδεύονταν και από χαμηλά –για τα σημερινά επίπεδα- φορολογικά έσοδα που όμως αυξάνονταν σταδιακά (1951: 11,4% του ΑΕΠ, 1967: 20,4%, 1975: 22,7% και 1979: 24,4%):     



 
Φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του Εθνικού Εισοδήματος




Σύγκριση των βασικών οικονομικών μεγεθών πριν και κατά την διάρκεια της δικτατορίας

 

Η. To ποσοστό κέρδους

Κλείνοντας, για να κατανοήσουμε τι συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του ’70 –σε αυτό το 1973 που επιμένει- θα δούμε πως διαμορφωνόταν το “ποσοστό κέρδους” εξελικτικά από το τέλος του Β ΠΠ (και με μια μικρή καθυστέρηση για την Ελλάδα λόγω εμφυλίου). Αρχικά σημειώθηκαν υψηλά ποσοστά κέρδους που έφεραν υψηλή συσσώρευση κεφαλαίου που με την σειρά τους οδήγησαν σε αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (δλδ της αναλογίας του σταθερού κεφαλαίου (μηχανήματα, κτίρια, πρώτες ύλες) σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο (μισθοί εργαζομένων)) και αυτό με την σειρά του στην πτώση του ποσοστού κέρδους. Ας δούμε πως το περιγράφει ο Θ. Μανιάτης για την περίπτωση των ΗΠΑ (από το βιβλίο Ο μαρξισμός και η ελληνική οικονομική κρίση): 

«Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 2 οι διαφορετικές φάσεις της μεταπολεμικής ιστορίας της οικονομίας των ΗΠΑ προβάλλουν ανάγλυφα από τη διαχρονική συμπεριφορά του ποσοστού κέρδους είτε στον συνολικό ιδιωτικό τομέα (private sector) είτε στον εταιρικό τομέα (corporate sector). Η πρώτη περίοδος, αυτή της “χρυσής εποχής” χαρακτηρίστηκε από μεγάλα ποσοστά κέρδους και μεγάλους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ κατά κεφαλήν. Η συσσώρευση κεφαλαίου κατά τη διάρκεια της “χρυσής εποχής” οδήγησε από ένα σημείο και έπειτα στη ραγδαία άνοδο της οργανικής ή υλοποιημένης σύνθεσης κεφαλαίου (Κ/Υ) (βλ. Διάγραμμα 3) το βασικό στοιχείο πίσω από την κρίση σύμφωνα με τον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Σε συνδυασμό με τη μείωση του μεριδίου των κερδών (όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 4, το ποσοστό υπεραξίας ήταν σταθερό, η μείωση οφειλόταν στην αύξηση της μη παραγωγικής εργασίας που μειώνει τα κέρδη σε σχέση με την υπεραξία) το αποτέλεσμα ήταν ότι το ποσοστό κέρδους μειώθηκε σημαντικά κατά την περίοδο της κρίσης 1966-1982. Η κρίση κερδοφορίας εκτός από τα συνηθισμένα επακόλουθα κρισιακά φαινόμενα όπως μείωση των επενδύσεων, στασιμότητα και ύφεση στην παραγωγή, αύξηση της ανεργίας, συνοδεύτηκε και από σοβαρές πληθωριστικές πιέσεις, δηλαδή στασιμοπληθωρισμό.

Αυτό συνέβη καθώς το κράτος σε πρώτη φάση προσπάθησε να καταπολεμήσει την κρίση με επεκτατική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική, αλλά επειδή το πρόβλημα δεν είχε να κάνει με έλλειψη ενεργού ζήτησης, η αύξηση της τελευταίας οδήγησε σε αύξηση των τιμών.

Η απάντηση του συστήματος στην κρίση εγκαινίασε την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού με την ολόπλευρη επίθεση του κεφαλαίου και του κράτους στο εισόδημα, τις κοινωνικές παροχές, την απασχόληση και τις εργασιακές συνθήκες της εργατικής τάξης».

 


 

Η ίδια εικόνα παρουσιάζεται με πολύ μικρές χρονικές διαφοροποιήσεις και στην ελληνική οικονομία:

 


Ποσοστό κέρδους στην Ελλάδα 

 

Φυσικά η πτώση του ποσοστού κέρδους για μακρές περιόδους οδηγεί στο μπλοκάρισμα της λειτουργίας του καπιταλισμού με όλα τα παρεπόμενα: μείωση των επενδύσεων, ανεργία, στασιμότητα κ.ο.κ. Σύμφωνα με της μαρξιστική Σχολή αυτή είναι η αιτία της κρίσης που ξέσπασε ΚΑΙ στην Ελλάδα το 1973 ένα χρόνο (ΠΡΙΝ την μεταπολίτευση) και ταυτίστηκε με τέλος της κεϋνσιανής περιόδου του μεταπολεμικού καπιταλισμού και όχι η ανικανότητα/φαυλότητα των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων.  

 

- - -

Τα στοιχεία προέρχονται από τα παρακάτω βιβλία

Γιάννης Μηλιός: Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός

Γιάννης Σαμαράς: Κράτος και κεφάλαιο στην Ελλάδα

συλλογικός τόμος: Τα οικονομικά της δικτατορίας 1967-74

Χρυσάφης Ιορδάνογλου: Η ελληνική οικονομία μετά το 1950

 

 

 

 

 

 

 

Τα «κλεμμένα»

 

Ως γνωστόν, μεταξύ 1955 και 1975, η Ελλάδα –όπως και άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας– γνώρισε ταχύτατους ρυθμούς μεγέθυνσης, που της επέτρεψαν να συγκλίνει προς τον δυτικοευρωπαϊκό μέσο όρο. Την ίδια περίοδο, συντελέστηκε ο μεγάλος διαρθρωτικός μετασχηματισμός μιας φτωχής, αγροτικής οικονομίας σε μια οιονεί-βιομηχανική χώρα μεσαίου εισοδήματος. […]

Η οικονομική τροχιά αυτής της «εκρηκτικής εικοσαετίας» αποτυπώνεται στο Διάγραμμα 10, στο οποίο η περίοδος της Δικτατορίας δεν φαίνεται να διαφοροποιείται: οι μέσοι ρυθμοί μεγέθυνσης είναι παρόμοιοι και επαληθεύουν τις μακροχρόνιες τάσεις. Προφανώς, το 1973-74 ξεχωρίζει, εφόσον αποτελεί και την πρώτη σημαντική ύφεση που βιώνει η μεταπολεμική Ελλάδα. […]

Στο παρελθόν έχω επιχειρηματολογήσει ότι, την δεκαετία του 1950, οι αντιλήψεις για την οικονομική πολιτική αποκρυσταλλώθηκαν σε μία «αναπτυξιακή συναίνεση», με έμφαση στην σταθερότητα και τις επενδύσεις, ιδίως στην βιομηχανία. Αμφότεροι στόχοι –σταθερότητα και επενδύσεις– προϋπέθεταν γενναιόδωρες δόσεις κρατικού παρεμβατισμού –στα πλαίσια, βέβαια, μίας δυτικής, καπιταλιστικής οικονομίας.

Σταθερότητα, σήμαινε διαμόρφωση ενός ευνοϊκού μακροοικονομικού περιβάλλοντος με σταθερό νόμισμα, χαμηλό πληθωρισμό, δημοσιονομική πειθαρχία και μισθολογική εγκράτεια, δηλαδή την διατήρηση των μισθολογικών αυξήσεων σε επίπεδα κοντά στην βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας. Οι προϋπολογισμοί ήταν φειδωλοί και λίγο-πολύ ισοσκελισμένοι, με το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων να χρηματοδοτείται εν μέρει μέσω δανεισμού.

Όσο για τις επενδύσεις, αυτές είχαν στόχο την εκτατική μεγέθυνση και την εκβιομηχάνιση. Ορισμένες ήταν δημόσιες, κυρίως σε βασικές υποδομές όπως η ενέργεια, οι μεταφορές και οι τηλεπικοινωνίες. Οι περισσότερες επενδύσεις ήταν όμως ιδιωτικές. Εκεί, το κράτος παρενέβαινε στις αγορές για να κατευθύνει τα κεφάλαια σε συγκεκριμένους κλάδους […] Το σημαντικότερο εργαλείο είναι το ίδιο το τραπεζικό σύστημα, όπου η περίφημη Νομισματική Επιτροπή χρησιμοποιούσε διάφορους μηχανισμούς «χρηματοοικονομικής καταστολής».[…]

 

Πόσα από αυτά μεταβλήθηκαν μετά την επιβολή της Δικτατορίας, το 1967; Υπήρξε συνέχεια ή ασυνέχεια; Οι παράγραφοι που ακολουθούν επιμένουν στην συνέχεια –στις ιδέες, τους στόχους και τα μέσα πολιτικής.

Παρά τις επαναστατικές διακηρύξεις της, η χούντα δεν υπήρξε φορέας κάποιας ριζοσπαστικής ιδεολογίας –ιδίως στον τομέα της οικονομίας, όπου ουσιαστικά υποσχέθηκε να συνεχίσει να προσφέρει τους καρπούς της οικονομικής μεγέθυνσης, χωρίς τις σπατάλες, την διαφθορά και την μικροπολιτική των κομμάτων.

Η νομισματική σταθερότητα διατηρήθηκε, τουλάχιστον μέχρι το 1973, […] Ο δασμολογικός αφοπλισμός με την ΕΟΚ συνεχίστηκε, σε πλήρη εφαρμογή της Συμφωνίας Σύνδεσης του 1961, και παρά την αναστολή ορισμένων άρθρων της Συμφωνίας. Η μισθολογική πολιτική παρέμεινε εγκρατής, με τις ονομαστικές αυξήσεις να παρακολουθούν την αύξηση της παραγωγικότητας. […] Οι ρυθμοί αύξησης των πραγματικών μισθών διατηρήθηκαν κάτω από τους αντίστοιχους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας, ενισχύοντας τα κέρδη των επιχειρήσεων και βελτιώνοντας την διεθνή ανταγωνιστικότητα της παραγωγής. Τίποτα από αυτά, ωστόσο, δεν αποτέλεσε τομή για το μεταπολεμικό καθεστώς οικονομικής πολιτικής· παράλληλα, οι ταχείς ρυθμοί ανόδου της παραγωγικότητας επέτρεπαν γενναίες αυξήσεις των πραγματικών μισθών -τουλάχιστον μέχρι την αναζωπύρωση του πληθωρισμού, το 1973-74.[…]

Οι δαπάνες παρακολούθησαν τα έσοδα και ο τακτικός προϋπολογισμός παρέμεινα οριακά πλεονασματικός, με τα όποια ελλείμματα να προκύπτουν κυρίως το από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Οι κοινωνικές δαπάνες παρέμειναν πενιχρές, αλλά και αυτό αποτελεί διαχρονικό μοτίβο της μεταπολεμικής οικονομίας και δεν σηματοδοτούσε καμία ιστορική τομή.

Ανδρέας Κακριδής, από το συλλογικό Τα οικονομικά της Δικτατορίας 1967-74


Από το σύντομο δρόμο προχώρησε προς το Βουλεβάρτο. Θα περπατούσε μέχρι να βρει κάποιο ερείπιο. Από το δρόμο που πήρε δεν μπορούσε να στρίψει ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Στο τέλος του δρόμου βρήκε ένα γκρεμισμένο ντουβάρι.

Μόλις κάθισε, ένιωσε την κούραση του. Το σώμα του είχε ξυλιάσει σε βαθμό που δεν κατάλαβε πόσο κρύα ήταν η πέτρα που κάθισε. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο ένιωθε την απόλαυση που του έδινε το να κάθεται με απλωμένα τα πόδια.

Λίγο πιο πέρα από το καλντερίμι, πέρασε μια περίπολος. Έτσι όπως ήταν κρυμμένος ήταν αδύνατο να τον δουν. Μονάχα καλογυμνασμένα σκυλιά θα μπορούσαν να ανακαλύψουν το κρησφύγετό του.

Κάποια στιγμή, μια από τις δεν ξέρω πόσες αισθήσεις του τού έβαλε μέσα του μια ανησυχία. Ανασηκώθηκε κι άρχισε να περπατά. Δεν πέρασαν δυο-τρία λεπτά, από το βάθος του ντουβαριού που είχε κρυφτεί ακούστηκαν σφυρίγματα. Αυτός όμως είχε κιόλας στρίψει τη γωνία κι είχε φύγει από το φως του φαναριού.

[…]

Μόλο που ήξερε ότι δε θα συναντούσε κανέναν, γύρω από το σπίτι του έκανε ένα κύκλο.  

       Ριφάτ Ιλγκάζ, Νύχτες συσκότισης

 

 

 

 

 

Σχετικά

1. Ο Δημήτρης Παπαχρήστος νιώθει ακόμη χρεωμένος στους νεκρούς του Πολυτεχνείου

2. Σχέδιο Μάρσαλ για την Ελλάδα

3. Από τη Μεταπολίτευση έως την Ένταξη στην Ευρωζώνη (1974-1999)

4. Η ελληνική οικονομία πριν και μετά τη μεταπολίτευση

5. Η ακτινογραφία της ελληνικής οικονομίας από το 1950 έως το 2019

6. Ο Νόμος της Πτωτικής Τάσης του Ποσοστού Κέρδους


 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το «οικονομικό θαύμα» της χούντας

  Τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια μετά το 2010 και τα «σωτήρια» μνημόνια, έχει αναπτυχθεί μια έντονη φιλολογία από διάφορους (ακροδεξιούς) ...