Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Το «οικονομικό θαύμα» της χούντας

 


Τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια μετά το 2010 και τα «σωτήρια» μνημόνια, έχει αναπτυχθεί μια έντονη φιλολογία από διάφορους (ακροδεξιούς) «πατριώτες» -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τέτοιες «ιδέες» δεν διαδίδονται και από περιφερειακά στοιχεία της ΝΔ- η οποία προσπαθεί να αναβαπτίσει και να καλλωπίσει την περίοδο της επταετίας καταλήγοντας πάντα ότι μπορεί να μην είχαμε δημοκρατία (αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία) αλλά είχαμε ασφάλεια, ανάπτυξη και χαμηλό χρέος. Και ότι όλα αυτά ήταν επιτεύγματα της στρατιωτικής κυβέρνησης μέχρι που ήρθε η περίφημη «γενιά του Πολυτεχνείου» (ΓτΠ) που τα κατέστρεψε όλα.

Είναι λογικό βεβαίως να στρέφονται εναντίον της ΓτΠ αφού η εξέγερση του Νοεμβρίου του 1973 μπορεί να μην «έρριξε τη χούντα» αλλά ήταν η αιτία που την απονομιμοποίησε και την απομόνωσε από τις λαϊκές μάζες με αποτέλεσμα να καταρρεύσει λίγους μήνες αργότερα με την «προδοσία της Κύπρου». Πριν πάμε στο βασικό θέμα, του οικονομικού «θαύματος», δυο λόγια για την μεταδικτατορική «καταστροφή» που δήθεν έφερε η ΓτΠ, δηλαδή οι γεννηθέντες την περίοδο 1948-1955. Οι πρώτοι όμως που κυβέρνησαν από την γενιά αυτή ήταν ο Κώστας Καραμανλής (γενν. 1956) και ο Σαμαράς (γενν. Το 1951). Όλοι οι υπόλοιποι Κ. Καραμανλής, Γ. Ράλλης, Αν. Παπανδρέου, Κ. Μητσοτάκης και Κ Σημιτης (γενν. 1936) ήταν γεννημένοι πριν ακόμη τον Β ΠΠ. Επιφανή στελέχη των κυβερνήσεων μέχρι το 2000 ήταν επίσης εκτός της ΓτΠ. Μόνο ένας Λαλιώτης μου έρχεται εύκολα στο νου πως ήταν από τα στελέχη της ΓτΠ που έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο –αλλά όχι στον καθορισμό των κεντρικών επιλογών της πορείας της χώρας. Μια σειρά απλών ερωτημάτων μπορεί εύκολα να καταρρίψει τον ακροδεξιό μύθο περί της καταστροφικής ΓτΠ: Ήταν μήπως το τμήμα του πληθυσμού όσων γεννήθηκαν στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια αυτοί που ευνοήθηκαν ιδιαιτέρως από τις κυβερνητικές πολιτικές; Το υπόλοιπο 90% του πληθυσμού έμενε άπραγο και άφηνε τον έλεγχο των πάντων στους «φωνακλάδες» της ΓτΠ; Στη γενιά αυτή δεν υπήρχαν πολιτικά αδιάφοροι, κυρπαντελήδες ή μήπως οι υπόλοιπες γενιές δεν είχαν λόγο στις πολιτικές εξελίξεις; Υπήρχαν… ειδικά μισθολόγια για την ΓτΠ ή μήπως δεν ήταν οι γεννηθέντες πριν το 1950 που συνταξιοδοτήθηκαν την περίοδο 1974-2010;

 

«Καλό σλόγκαν το "Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία" αλλά να βρούμε τα συνθήματα του σήμερα»



              

 

---ο---

Ας πάμε όμως στο θέμα μας, στο οικονομικό «θαύμα» της στρατιωτικής δικτατορίας, το οποίο θα ελέγξουμε εξετάζοντας τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας σε σύγκριση με τα μεγέθη της περιόδου που προηγήθηκε και της περιόδου που ακολούθησε αλλά και τις εξελίξεις στον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο. Πρώτα όμως μια μικρή αναφορά στην πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια.

Η γερμανική Κατοχή και στην συνέχεια ο εμφύλιος πόλεμος άφησαν πίσω τους μια εκτεταμένη καταστροφή στην ελληνική οικονομία. Η καταστροφή ήταν τόσο μεγάλη που θα μπορούσε να πει κανείς ότι η χώρα δεν μπορούσε καν να θρέψει τον πληθυσμό της (μάλιστα, το μέσο ελληνικό νοικοκυριό δαπανούσε το 50% του εισοδήματος του για διατροφή). Γι’ αυτό και χρειάστηκαν συνεχείς ενέσεις οικονομικής (και στρατιωτικής) βοήθειας αρχικά μέσω της UNRRA και της Βρετανίας και στη συνέχεια από τις ΗΠΑ μέσω του σχεδίου Μάρσαλ. Το 1950 το ΑΕΠ της χώρας βρισκόταν στα προπολεμικά του επίπεδα ενώ το κατά κεφαλήν εθνικό εισόδημα δεν ξεπερνούσε τα 130 δολάρια ενώ το αντίστοιχο μέγεθος στην Δυτ. Γερμανία ήταν 400 δολάρια και στις ΗΠΑ 1600 δολάρια. Εκτός αυτού η δομή της οικονομίας ήταν ακόμη καθυστερημένη αφού ο αγροτικός τομέας απασχολούσε σχεδόν το 60% των εργαζομένων και παρήγαγε το 28% του ΑΕΠ. Σε πρώτη προτεραιότητα, αμέσως μετά την διατροφή του πληθυσμού, βρισκόταν η αποκατάσταση των ζημιών στον πρωτογενή τομέα, στις κατοικίες και στις υποδομές. Η βιομηχανία, από την άλλη, παρέμενε στα προπολεμικά της επίπεδα και μάλιστα μαζί με τον τομέα της ενέργειας (ΔΕΗ) μοιράζονταν μόνο το 25% των επενδύσεων που κι αυτές δεν ήταν υψηλές (το 1950 οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ανέρχονταν στο 17,7% του ΑΕΠ για να πέσουν τα δυο επόμενα χρόνια στο 13,6 και 13% του ΑΕΠ). Στο νομισματικό πεδίο υπήρχε πάντα ο εφιάλτης του κατοχικού υπερπληθωρισμού εξαιτίας του οποίου η εμπιστοσύνη στην δραχμή ήταν ακόμη κλονισμένη με αποτέλεσμα να γίνεται αποθησαυρισμός σε χρυσές λίρες, ένας ακόμη λόγος για την έλλειψη πιστώσεων που θα μπορούσαν να τονώσουν τις επενδύσεις. Προφανώς η κατάσταση στην παραγωγική δυνατότητα της χώρας μεταφραζόταν και σε δημοσιονομικές δυσκολίες. Η ανάγκη για συλλογή φόρων εξαντλούσε των πληθυσμό ενώ την ίδια στιγμή οι στρατιωτικές δαπάνες ήταν εκρηκτικά υψηλές (έφταναν το 37-42% των δαπανών) ανεβάζοντας τις δημόσιες δαπάνες στο υψηλό για την εποχή ποσοστό του 25% (το υψηλότερο ποσοστό στην Δυτική Ευρώπη). Εκείνο που διέσωζε την κατάσταση ήταν η αναστολή πληρωμών του εξωτερικού χρέους (που είχαν ζητήσει οι ΗΠΑ ως προϋπόθεση για την παροχή βοήθειας), η γεωργική παραγωγή που το 1/5 της αξίας της εξαγόταν για εισαγωγή συναλλάγματος, το ναυτιλιακό συνάλλαγμα και προφανώς η αμερικανική βοήθεια (που όμως άρχισε να μειώνεται από το 1952).

 

Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1952 ο Ελληνικός Συναγερμός του Αλ. Παπάγου σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση και λίγους μήνες μετά (9 Απριλίου 1953) ο υπουργός Συντονισμού, Σπ. Μαρκεζίνης, υποτίμησε κατά 50% την δραχμή σε σχέση με το δολάριο (1 δολάριο = 30000 δρχ –αργότερα αφαιρέθηκαν τα τρία μηδενικά και η ισοτιμία διαμορφώθηκε στο 1 δολάριο=30 δρχ). 


Εξετάζουμε τους βασικούς δείκτες της ελληνικής οικονομίας ξεκινώντας από το έτος αυτό και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980.


Α. ΑΕΠ

Εξέλιξη του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε λογαριθμική κλίμακα)

 

 

 Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν σε σταθερές τιμές (1970) σε εκατ. δρχ. 


Ετήσιες μεταβολές του ΑΕγχΠ στις χώρες της ΕΟΚ (σε αγοραίες τιμές 1975)


Είναι εντυπωσιακή η σταθερά αυξητική πορεία του ελληνικού ΑΕΠ μέχρι το 1973 που συμβαδίζει με μια αντίστοιχη συμπεριφορά των υπολοίπων χωρών της ΕΟΚ. Οι επιδόσεις της στρατιωτικής κυβέρνησης δεν διαφέρουν σε τίποτε από τις επιδόσεις των κυβερνήσεων που προηγήθηκαν ενώ πραγματοποιούνται μέσα σε ένα περιβάλλον επίσης εντυπωσιακής σταθερής ανάπτυξης (έστω και αν η ανάπτυξη στις υπόλοιπες χώρες της ΕΟΚ ήταν μικρότερου δυναμισμού).

Το 1973 η σταθερή και υψηλή ανάπτυξη τελειώνει οριστικά (στην Ελλάδα το 1974 κλείνει με ύφεση 3,6%) και ακολουθείται από χαμηλότερα ποσοστά ανάπτυξης ενώ από το 1980 και μετά σε όλες τις χώρες παρουσιάζεται μικρή ύφεση. 

Εξετάζοντας τους διάφορους τομείς της οικονομίας στην συμμετοχή τους στο ΑΕΠ της χώρας διαπιστώνουμε την συνεχή μείωση του ρόλου της γεωργίας (1960: 24.1%, 1970: 17.8%, 1980: 14.0%, 1983: 13.8%), την αύξηση του ρόλου του δευτερογενούς τομέα μέχρι το 1973 και την έναρξη της μείωσης της στη συνέχεια και την άνοδο του ρόλου των υπηρεσιών από το 1977 και μετά (1960: 47.6%, 1970: 46.4%, 1980: 53.4%, 1983: 55.5%). Ο τομέας Ηλεκτρισμός+Φωταέριο+Ύδρευση (κυρίως οι δύο πρώτοι) είναι ο τομέας που ανεβαίνει σταθερά κάθε χρόνο ξεκινώντας από το 0.9% του ΑΕΠ το 1958 για να φτάσει στο 1.7% το 1967, το 2.4% το 1974 και το 4.1% το 1985 δείχνοντας το σταθερό ενδιαφέρον όλων των κυβερνήσεων για τον εξηλεκτρισμό της χώρας μέσω της Δημόσιας ΔΕΗ (η οποία είχε απορροφήσει την δεκαετία του 1950 όλες τις μικρές ιδιωτικές εταιρείες που αδυνατούσαν να προχωρήσουν στις αναγκαίες επενδύσεις). Στον τομέα του τουρισμού οι αφίξεις ξένων τουριστών αυξάνονταν συνεχώς από το πενιχρό μέγεθος των 58χιλ (1951) σε 380χιλ (1960), 952χιλ (1965) και 3 εκατ (1973).

Για να έχουμε μια ακόμη σχετική εικόνα, ο αστικός πληθυσμός της χώρας από το 31.1% του πληθυσμού το 1928 και το 32.8% το 1940 ανέβηκε στο 37.7% το 1951, στο 43.3% το 1961, στο 53.2% το 1971 και στο 58.1% το 1981.  

 

 Ο δευτερογενής τομέας ως ποσοστό  του ΑΕΠ

 

Β. Επενδύσεις

Ο διχασμός σε δυο διακριτές περιόδους (πριν και μετά το 1973) είναι εμφανέστατος και στον τομέα των επενδύσεων.

Ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (δισεκ. δρχ, σταθερές τιμές 1970)

 

Μεταβολή του μεριδίου των καθαρών επενδύσεων παγίου κεφαλαίου (1958-85)

 

1953-57

1958-63

1964-68

1967-73

1953-73

Επενδύσεις %ΑΕΠ

14,9

20,9

24,7

29,7

22,5

Ιδιωτικές επενδύσεις στο σύνολο των επενδύσεων (%)

72,3

68,5

72,7

70,9

71

Επενδύσεις κατοικιών στο σύνολο των επενδύσεων (%)

41,6

30,7

30,4

30

33,1

Επενδύσεις εξοπλισμού στο σύνολο των επενδύσεων (%)

21,6

21,7

23,4

26,1

23,1

Βιομηχανικές επενδύσεις στο σύνολο των επενδύσεων (%)

11,8

12,2

13,5

14,5

12,9

 

Επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ και μερίδια διαφόρων κατηγοριών επενδύσεων (οι επενδύσεις κατοικιών ήταν από τις υψηλότερες στην Ευρώπη) 

 

Μέχρι το 1973 δόθηκε μεγάλη έμφαση από όλες τις κυβερνήσεις στις επενδύσεις και στη σταδιακή ένταξη της χώρας στη διεθνή αγορά. Η εκβιομηχάνιση θεωρήθηκε το πιο σημαντικό εργαλείο για να περάσει η χώρα στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Η πολιτική εκβιομηχάνισης προσανατολίστηκε στις διεθνείς άμεσες επενδύσεις και τις πολυεθνικές εταιρείες, που ναι μεν υπήρχαν και πριν τον πόλεμο, όμως απέκτησαν, διεθνώς, σημαντικό βάρος μεταπολεμικά. Την περίοδο εκείνη, το κράτος χρησιμοποίησε όλα τα εργαλεία που διέθετε για να προωθήσει την εκβιομηχάνιση. Η περίοδος αυτή, ιδιαίτερα η δεκαετία του 1960, ήταν η πιο δυναμική φάση της βιομηχανικής ανάπτυξης της Ελλάδας σε όλη την Ιστορία του νεοελληνικού κράτους (οι βιομηχανικοί κλάδοι που αναπτύχθηκαν σημαντικά ήταν κυρίως αυτοί των κεφαλαιουχικών αγαθών και σε κάποιο βαθμό και των ενδιάμεσων αγαθών). Στην περίοδο της δικτατορίας οι επενδύσεις, όπως φαίνεται και από τον παραπάνω Πίνακα, επίσης αυξήθηκαν, αλλά όπως σημειώνει ο Ι. Καλογήρου, «Η κρίσιμη μάζα μεγάλων ιδιωτικών βιομηχανικών επενδύσεων […] έγινε στην περίοδο που προηγήθηκε της Δικτατορίας και κυρίως στο διάστημα 1962-66. […] Η αδυναμία και η ανικανότητα του οικονομικού επιτελείου της Δικτατορίας να προσελκύσει και κυρίως να συντονίσει την πραγματοποίηση σημαντικών παραγωγικών επενδύσεων με αποτέλεσμα να ανακοπεί η επενδυτική ροή μετά το 1967».


Πάγιο κεφάλαιο κατά τομείς



Επενδύσεις κατά τομέα (απόλυτο μέγεθος σε δισεκ. δρχ, σταθερές τιμές 1958) και ποσοστά ανά τομέα της οικονομίας

 

Ο αναπτυξιακός κύκλος της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου έκλεισε οριστικά το 1973 και το κλείσιμο αυτό συνδέεται με τη διεθνή κρίση αλλά αντανακλά και εθνικές αδυναμίες και προβλήματα που υπήρχαν πριν το 1973. Το μερίδιο της μεταποιητικής βιομηχανίας στο ΑΕΠ κορυφώθηκε μέχρι το 1980, και από τότε μειωνόταν συνεχώς (8% το 2020). Η μείωση αυτή δεν περιορίστηκε μόνο στην Ελλάδα αλλά της περισσότερες χώρες της Δύσης –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- αλλά στην χώρα μας ήταν ιδιαίτερα ισχυρή. Συγκριτικά με τις χώρες της Περιφέρειας της ΕΕ (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία), η Ελλάδα γνώρισε την ισχυρότερη μείωση με αποτέλεσμα την διόγκωση του τριτογενούς τομέα (οι  υπηρεσίες ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από 50,4% το 1970 στο 70% περίπου από το 2009 και μετά). Η κατάρρευση του δευτερογενούς τομέα ενισχύθηκε και από την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ αφού καταργήθηκαν τα μέτρα προστασίας (δασμοί και ενισχύσεις) της ντόπιας παραγωγής. Η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ βρέθηκε αντιμέτωπη με αυτήν ακριβώς την κατάσταση και προχώρησε στην «κοινωνικοποίηση» των «προβληματικών» επιχειρήσεων -που εγκατέλειπαν οι ιδιοκτήτες τους-, ελπίζοντας πως, με κεϋνσιανά μέτρα, θα μπορούσε να ανατάξει τον δευτερογενή τομέα –χωρίς όμως αποτέλεσμα. Δεν ήταν μόνο η δήθεν «σοσιαλιστική πολιτική» που έκλεισε τις βιομηχανίες και έρριξε τις επενδύσεις στον δευτερογενή τομέα αλλά κυρίως η διεθνής καπιταλιστική κρίση και τα ιδιαίτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας που οδήγησαν στην αποβιομηχάνιση. Η οκταετής διακυβέρνηση 1981-89 απλώς χρεώθηκε αυτήν την καταστροφή.       

 

Γ. Πληθωρισμός

Ο πληθωρισμός παρέμενε χαμηλός μέχρι το 1973 οπότε και εκτοξεύτηκε ξαφνικά στα επίπεδα του 15%. Ακολούθησαν πολλά χρόνια με υψηλά ποσοστά πληθωρισμού ο οποίος άρχισε να αποκλιμακώνεται μόνο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το ίδιο χαμηλός παρέμενε ο πληθωρισμός και στις ΗΠΑ μέχρι το 1968. Από το 1969 ανέβηκε σε ποσοστά άνω του 5%. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και κυρίως από το 1973 (λίγο μετά την έξοδο των ΗΠΑ από την Συμφωνία του Μπρέτον Γουντς) ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε σε όλες τις χώρες. Η στρατιωτική κυβέρνηση της Ελλάδας δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο μεγάλο κύμα πληθωρισμού.



Η μεγάλη εικόνα του πληθωρισμού μετά τον Β ΠΠ


 Δείκτης Τιμών Καταναλωτή σε Ελλάδα και ΕΟΚ


Πληθωρισμός στην Βρετανία

 

 

Δ. Ανεργία

Στον τομέα της ανεργίας η γενική τάση διεθνώς ήταν τα χαμηλά της επίπεδα μέχρι της αρχές της δεκαετίας του 1970.   

Ανεργία της ΗΠΑ, Γερμανία και Γαλλία

 

Στην Ελλάδα το ποσοστό ανεργίας ξεκινώντας από τα επίπεδα του 7% το 1950, με το πέρασμα του χρόνου μειωνόταν σταδιακά με την βοήθεια και της μετανάστευσης (1960-66). Εν τούτοις τα στοιχεία της περιόδου 1953-73 δεν είναι αξιόπιστα καθώς υποτιμούσαν την υποαπασχόληση –κυρίως στον αγροτικό τομέα. Έτσι ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός παρουσιαζόταν σε πολύ χαμηλά ποσοστά, κάτω από 45% -πολύ κάτω από της ευρωπαϊκές χώρες. Για παράδειγμα, το 1963, ενώ επισήμως οι απασχολούμενοι παρουσιάζονταν στα 3,3 εκατ. και οι άνεργοι της 170 χιλ σε συνολικό πληθυσμό 8,3 εκατ, το ΔΝΤ υπολόγιζε της άνεργους και της υποαπασχολούμενους σε 950χιλ! (και το 1965 σε 300χιλ). Συνεπώς τα διαγράμματα της επίσημης ανεργίας που παρουσιάζονται μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 είναι μάλλον αμφίβολής αξιοπιστίας. Φαίνεται ότι, όντως, η κατάσταση στην απασχόληση είχε βελτιωθεί αρκετά κατά την περίοδο 1965-75 χάρη στην δημιουργία νέων θέσεων εργασίας που καλύπτονταν από την εσωτερική μετανάστευση. Από τα τέλη της δεκαετίας το ’70, με την αλλαγή στον τρόπο καταγραφής της ανεργίας αλλά και εξαιτίας του τερματισμού της μεταπολεμικής ανάπτυξης, ακολούθησε –με μικρή χρονική υστέρηση- την πορεία της ανεργίας των ανεπτυγμένων χωρών.       


Η ανεργία στην Ελλάδα


Η ανεργία και η (καθαρή) μετανάστευση στην Ελλάδα


Τα παραπάνω όμως, για να έχουμε μια ολοκληρωμένη και μη διαστρεβλωμένη εικόνα, πρέπει να τα δούμε με βάση τον τρόπο μέτρησης της ανεργίας καθώς ως άνεργοι καταγράφονται μόνο όσοι δηλώνουν ότι αναζητούν εργασία. Για πρδγμα, στις δεκαετίες ’50-’70 οι γυναίκες που είχαν ή αναζητούσαν εργασία ήταν της τάξης του 26-28%. Έτσι, το 1971 φαίνονται μειωμένοι οι άνεργοι κατά 113 χιλ ως προς το 1961 αλλά ταυτοχρόνως οι απασχολούμενοι, την ίδια περίοδο, είχαν μειωθεί κατά 281 χιλ!

Έτος

Απασχολούμενοι (σε χιλ)

Άνεργοι (σε χιλ)

Εργατικό δυναμικό (σε χιλ)

Πληθυσμός (σε χιλ)

Εργ. δυναμικό % πληθυσμού

Απασχολούμενοι % πληθυσμού

1961

3.424

215

3.639

8.245

44%

42%

1971

3.143

102

3.245

8.554

38%

37%

2024

4.270

438

4.708

10.400

45%

41%

 

   

Ε. Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (ΙΤΣ)

Είναι σταθερό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας ότι σε όλη την μεταπολεμική περίοδο τόσο το συνολικό ΙΤΣ όσο και ειδικότερα το ισοζύγιο αγαθών που εν μέρει αντισταθμίζεται από το θετικό ισοζύγιο υπηρεσιών, παραμένουν αρνητικά. Καμία βελτίωση δεν έφεραν οι κυβερνήσεις της στρατιωτικής δικτατορίας.

 


 Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών (σε ονομαστικές τιμές)

 

Αλλά και ως ποσοστό του ΑΕΠ, στην διάρκεια της επταετίας, το ΙΤΣ συνέχισε στα ίδια αρνητικά επίπεδα που είχε φτάσει ήδη από το 1964 και συνεχίστηκε στα ίδια επίπεδα για αρκετά χρόνια μετά. Μάλιστα το 1973 (άλλη μια φορά το έτος σταθμός 1973) το ΙΤΣ «άλλαξε πίστα» και μετά από ένα μικρό διάλειμμα στο τέλος της δεκαετίας το ’80 εκτινάχθηκε σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα με την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη. Ήτοι η εικόνα του ΙΤΣ στην περίοδο της δικτατορίας δεν βελτιώθηκε αλλά αντιθέτως κατέβηκε ξαφνικά ένα “σκαλοπάτι” το 1973.   



Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών (%ΑΕΠ)

 

Στ. Μισθοί

Οι μισθοί των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων αφενός λόγω της προηγηθείσας δεκαετούς καταστροφής και αφετέρου λόγω της στρατιωτικής ήττας της Αριστεράς και του ταξικού συνδικαλισμού ξεκίνησαν από χαμηλά επίπεδα και συντηρήθηκαν σε αυτά μέχρι το 1953. Με τιμή 100 το 1938, το μέσο πραγματικό ημερομίσθιο του εργάτη την περίοδο 1945-52 κυμάνθηκε γύρω στο 50 (με εξαίρεση το 1947 που προσέγγισε το 68,5). Άρχισε να ανεβαίνει σταδιακά το 1953 (57,1) για να φτάσει τα επίπεδα του 1938 μόλις το 1956. Η αύξηση των μισθών συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια (1958: 109.0, 1961: 134.2 κλπ). Η γενική γραμμή όλων των κυβερνήσεων ήταν η αύξηση των πραγματικών μισθών αλλά με ελεγχόμενους από το κράτος ρυθμούς (γι’ αυτό και ο συνδικαλισμός ήταν ελεγχόμενος από το κράτος που ταυτοχρόνως προστάτευε τους μισθούς από την αγορά) ώστε η αύξηση τους να ακολουθεί την αύξηση της παραγωγικότητας.

Την περίοδο 1955-63 (κυβερνήσεις της Δεξιάς) η μέση αύξηση του πραγματικού μισθού ήταν 3,8% ενώ την περίοδο 1964-66 (κυβέρνηση του Κέντρου) το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 9,8% και το 1968-72 ήταν μειωμένο στο 6,5% αλλά στο πρώτο έτος υψηλού πληθωρισμού (1973) η μεταβολή του μέσου πραγματικού μισθού ήταν μόλις +1,4% (μεταβολή της παραγωγικότητας +7%, μεταβολή ονομαστικού μισθού +17,2%). Τα επόμενα χρόνια (κυβέρνηση ΝΔ) οι μισθοί, λόγω υψηλού πληθωρισμού, έχαναν μέρος της αγοραστικής της δύναμης προκαλώντας ισχυρές εργατικές αντιδράσεις και χρειάστηκε να έρθει η πρώτη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ (1981-85) η οποία προσπάθησε, μέσω της αύξησης των πραγματικών μισθών, να τονώσει την ζήτηση και επομένως την εθνική παραγωγή. Εκείνο που δεν είχε αντιληφθεί ήταν ότι οι κεϋνσιανές πολιτικές είχαν χάσει πλέον την δύναμη τους μέσα σε έναν κόσμο βυθισμένο στον στασιμοπληθωρισμό.

Μέσες πραγματικές αποδοχές μισθωτών

 

Μια άλλη εικόνα έχουμε από την μεταβολή της μερίδας των μισθών L/Y (ο λόγος του ακαθάριστου αθροίσματος των μισθών προς το Καθαρό Εγχώριο Προϊόν) και από την οριακή μερίδα των μισθών ΔLY. Για τιμές 0-1 ο συγκεκριμένος δείκτης (ΔLY) σημαίνει ότι οι μισθοί ακολουθούν την αύξηση του ΑΕΠ ενώ για αρνητικές τιμές σημαίνει ότι έγινε αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των μισθωτών. Πάντως, να σημειωθεί,  ότι οι δείκτες αυτοί επηρεάζονται όχι μόνο από της μισθούς αλλά και από την αύξηση ή την μείωση του ποσοστού των μισθωτών στο σύνολο των εργαζομένων. Σε αυτό που μας ενδιαφέρει, είναι χαρακτηριστικό πως στην διάρκεια της δικτατορίας το μερίδιο των μισθών παρέμεινε σταθερό στο 33% (0,33).



Η μερίδα των μισθών L/Y και η οριακή μερίδα των μισθών ΔLY

 

Ζ. Δημόσιο χρέος

Το μεγάλο «όπλο» των υποστηρικτών της δικτατορίας είναι ότι η στρατιωτική κυβέρνηση δεν άφησε δημόσιο χρέος. Το ακριβές είναι ότι δεν άφησε μεγάλο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Όμως ξεχνούν ότι

α) το ελληνικό κράτος είχε υποχρεωθεί να κάνει στάση πληρωμών στο χρέος στις αρχές της δεκαετίας του ’50 για να συμμετάσχει στο Σχέδιο Μάρσαλ

β) το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν το ίδιο χαμηλό (και χαμηλότερο) και επί των κυβερνήσεων της περιόδου 1950-67

γ) το ίδιο χαμηλό ήταν το δημόσιο χρέος %ΑΕΠ σε όλον τον κόσμο

δ) το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ άρχισε να αυξάνεται σε όλο τον κόσμο μετά το 1973 και όχι μόνο στην Ελλάδα

ε) το δημόσιο χρέος παρέμενε χαμηλό διότι τα επιτόκια δανεισμού ήταν χαμηλά αλλά κυρίως επειδή η ανάπτυξη ήταν σταθερά υψηλή για ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο με αποτέλεσμα το κλάσμα χρέος/ΑΕΠ να παραμένει χαμηλό


 

Δημόσιο χρέος %ΑΕΠ(Ελλάδα)



 
Δημόσιο χρέος %ΑΕΠ(G20)

 

Για να δούμε όμως πως εξελισσόταν το δημόσιο χρέος σε ονομαστικές τιμές.





Ειδικό βάρος δημοσίου χρέους (
ΚΕΕ: Καθαρό Εθνικό Εισόδημα, ΤΦΕ: Τακτικά Φορολογικά Έσοδα)


Στο τέλος του 1966 το δημόσιο χρέος ανερχόταν στα 32,1 δισ δρχ και στο τέλος του 1973 είχε σχεδόν τριπλασιαστεί σε τρέχουσες τιμές φτάνοντας τα 94,1 δις δρχ (Μάλιστα στον παραπάνω Πίνακα δεν περιλαμβάνονται τα χρέη των Δημόσιων επιχειρήσεων σε δανειστές του εξωτερικού). Για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτή η αύξηση, αν σήμερα το δημόσιο χρέος αυξανόταν με τους ίδιους ρυθμούς, το Χρέος Κεντρικής Διοίκησης από 359 δις ευρώ το 2018 θα είχε ξεπεράσει σήμερα το 1 τρισ ευρώ!

Συμπέρασμα: το χαμηλό ποσοστό δημόσιου χρέους δεν ήταν «θαύμα» της στρατιωτικής κυβέρνησης. Ήταν ο γενικός κανόνας συμπεριφοράς του δημόσιου χρέους τόσο στις προδικτατορικές κυβερνήσεις όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70.

 

Με την ευκαιρία ας ρίξουμε μια ματιά και στα ελλείμματα του Προϋπολογισμού.

Το ισοζύγιο Τακτικού Προϋπολογισμού (γραμμή) και το ισοζύγιο Τακτικού Προϋπολογισμού+ΠΔΕ (μπάρες)  



Το ισοζύγιο 
Τακτικού Προϋπολογισμού+ΠΔΕ

 

 Μετά το 1952, το συνολικό έλλειμμα της Κεντρικής Διοίκησης παρέμεινε σταθερά στο εύρος από -1,5% ως -3% του ΑΕΠ ενώ μετά το 1971 αυξάνεται για να φτάσει στο -4% του ΑΕΠ το 1974. Όλη την περίοδο 1957-73 ο τακτικός προϋπολογισμός της Κεντρικής Κυβέρνησης ήταν ελαφρά πλεονασματικός (συνεχής γραμμή στο διάγραμμα) ενώ ήταν ελλειμματικός ο προϋπολογισμός Δημοσίων Επενδύσεων ώστε να βγαίνει ελεγχόμενα αρνητικό το συνολικό Ισοζύγιο της Κεντρικής Κυβέρνησης (κατακόρυφες μπάρες στο διάγραμμα). 

Για να κρατηθούν χαμηλά τα ελλείμματα όλη την περίοδο 1953-73 κρατούνταν χαμηλά οι δαπάνες για Διοίκηση (3,6-4,2% του ΑΕΠ) και οι δαπάνες για την Παιδεία (1,5-2%, όταν οι υπόλοιπες χώρες της ΕΟΚ δαπανούσαν τουλάχιστον 4% του ΑΕΠ τους) και την Υγεία (1,8-2,2%, σχεδόν το μισό ποσοστό από τις ανεπτυγμένες χώρες της ΕΟΚ). Οι δαπάνες για συντάξεις αυξήθηκαν από το 4,9% του ΑΕΠ (1957) σε 7,5% (1968) για να πέσουν σε 6,4% το 1973 (στις υπόλοιπες χώρες της ΕΟΚ οι συνταξιοδοτικές δαπάνες ήταν από 2 έως και 4 μονάδες του ΑΕΠ υψηλότερες). Στον αντίποδα, οι στρατιωτικές δαπάνες ήταν σταθερά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αν και είχαν τάση μείωσης (1953: 5,1% του ΑΕΠ, 1961: 4,2%, 1970: 4,2%, 1973: 3,5%).

Συμπερασματικά, όλη την περίοδο μέχρι το τέλος των 70ς τα χαμηλά ελλείμματα οφείλονταν στις χαμηλές δαπάνες για Παιδεία, Υγεία, Κοινωνική Πρόνοια και συνοδεύονταν και από χαμηλά –για τα σημερινά επίπεδα- φορολογικά έσοδα που όμως αυξάνονταν σταδιακά (1951: 11,4% του ΑΕΠ, 1967: 20,4%, 1975: 22,7% και 1979: 24,4%):     



 
Φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του Εθνικού Εισοδήματος




Σύγκριση των βασικών οικονομικών μεγεθών πριν και κατά την διάρκεια της δικτατορίας

 

Η. To ποσοστό κέρδους

Κλείνοντας, για να κατανοήσουμε τι συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του ’70 –σε αυτό το 1973 που επιμένει- θα δούμε πως διαμορφωνόταν το “ποσοστό κέρδους” εξελικτικά από το τέλος του Β ΠΠ (και με μια μικρή καθυστέρηση για την Ελλάδα λόγω εμφυλίου). Αρχικά σημειώθηκαν υψηλά ποσοστά κέρδους που έφεραν υψηλή συσσώρευση κεφαλαίου που με την σειρά τους οδήγησαν σε αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (δλδ της αναλογίας του σταθερού κεφαλαίου (μηχανήματα, κτίρια, πρώτες ύλες) σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο (μισθοί εργαζομένων)) και αυτό με την σειρά του στην πτώση του ποσοστού κέρδους. Ας δούμε πως το περιγράφει ο Θ. Μανιάτης για την περίπτωση των ΗΠΑ (από το βιβλίο Ο μαρξισμός και η ελληνική οικονομική κρίση): 

«Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 2 οι διαφορετικές φάσεις της μεταπολεμικής ιστορίας της οικονομίας των ΗΠΑ προβάλλουν ανάγλυφα από τη διαχρονική συμπεριφορά του ποσοστού κέρδους είτε στον συνολικό ιδιωτικό τομέα (private sector) είτε στον εταιρικό τομέα (corporate sector). Η πρώτη περίοδος, αυτή της “χρυσής εποχής” χαρακτηρίστηκε από μεγάλα ποσοστά κέρδους και μεγάλους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ κατά κεφαλήν. Η συσσώρευση κεφαλαίου κατά τη διάρκεια της “χρυσής εποχής” οδήγησε από ένα σημείο και έπειτα στη ραγδαία άνοδο της οργανικής ή υλοποιημένης σύνθεσης κεφαλαίου (Κ/Υ) (βλ. Διάγραμμα 3) το βασικό στοιχείο πίσω από την κρίση σύμφωνα με τον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Σε συνδυασμό με τη μείωση του μεριδίου των κερδών (όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 4, το ποσοστό υπεραξίας ήταν σταθερό, η μείωση οφειλόταν στην αύξηση της μη παραγωγικής εργασίας που μειώνει τα κέρδη σε σχέση με την υπεραξία) το αποτέλεσμα ήταν ότι το ποσοστό κέρδους μειώθηκε σημαντικά κατά την περίοδο της κρίσης 1966-1982. Η κρίση κερδοφορίας εκτός από τα συνηθισμένα επακόλουθα κρισιακά φαινόμενα όπως μείωση των επενδύσεων, στασιμότητα και ύφεση στην παραγωγή, αύξηση της ανεργίας, συνοδεύτηκε και από σοβαρές πληθωριστικές πιέσεις, δηλαδή στασιμοπληθωρισμό.

Αυτό συνέβη καθώς το κράτος σε πρώτη φάση προσπάθησε να καταπολεμήσει την κρίση με επεκτατική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική, αλλά επειδή το πρόβλημα δεν είχε να κάνει με έλλειψη ενεργού ζήτησης, η αύξηση της τελευταίας οδήγησε σε αύξηση των τιμών.

Η απάντηση του συστήματος στην κρίση εγκαινίασε την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού με την ολόπλευρη επίθεση του κεφαλαίου και του κράτους στο εισόδημα, τις κοινωνικές παροχές, την απασχόληση και τις εργασιακές συνθήκες της εργατικής τάξης».

 


 

Η ίδια εικόνα παρουσιάζεται με πολύ μικρές χρονικές διαφοροποιήσεις και στην ελληνική οικονομία:

 


Ποσοστό κέρδους στην Ελλάδα 

 

Φυσικά η πτώση του ποσοστού κέρδους για μακρές περιόδους οδηγεί στο μπλοκάρισμα της λειτουργίας του καπιταλισμού με όλα τα παρεπόμενα: μείωση των επενδύσεων, ανεργία, στασιμότητα κ.ο.κ. Σύμφωνα με της μαρξιστική Σχολή αυτή είναι η αιτία της κρίσης που ξέσπασε ΚΑΙ στην Ελλάδα το 1973 ένα χρόνο (ΠΡΙΝ την μεταπολίτευση) και ταυτίστηκε με τέλος της κεϋνσιανής περιόδου του μεταπολεμικού καπιταλισμού και όχι η ανικανότητα/φαυλότητα των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων.  

 

- - -

Τα στοιχεία προέρχονται από τα παρακάτω βιβλία

Γιάννης Μηλιός: Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός

Γιάννης Σαμαράς: Κράτος και κεφάλαιο στην Ελλάδα

συλλογικός τόμος: Τα οικονομικά της δικτατορίας 1967-74

Χρυσάφης Ιορδάνογλου: Η ελληνική οικονομία μετά το 1950

 

 

 

 

 

 

 

Τα «κλεμμένα»

 

Ως γνωστόν, μεταξύ 1955 και 1975, η Ελλάδα –όπως και άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας– γνώρισε ταχύτατους ρυθμούς μεγέθυνσης, που της επέτρεψαν να συγκλίνει προς τον δυτικοευρωπαϊκό μέσο όρο. Την ίδια περίοδο, συντελέστηκε ο μεγάλος διαρθρωτικός μετασχηματισμός μιας φτωχής, αγροτικής οικονομίας σε μια οιονεί-βιομηχανική χώρα μεσαίου εισοδήματος. […]

Η οικονομική τροχιά αυτής της «εκρηκτικής εικοσαετίας» αποτυπώνεται στο Διάγραμμα 10, στο οποίο η περίοδος της Δικτατορίας δεν φαίνεται να διαφοροποιείται: οι μέσοι ρυθμοί μεγέθυνσης είναι παρόμοιοι και επαληθεύουν τις μακροχρόνιες τάσεις. Προφανώς, το 1973-74 ξεχωρίζει, εφόσον αποτελεί και την πρώτη σημαντική ύφεση που βιώνει η μεταπολεμική Ελλάδα. […]

Στο παρελθόν έχω επιχειρηματολογήσει ότι, την δεκαετία του 1950, οι αντιλήψεις για την οικονομική πολιτική αποκρυσταλλώθηκαν σε μία «αναπτυξιακή συναίνεση», με έμφαση στην σταθερότητα και τις επενδύσεις, ιδίως στην βιομηχανία. Αμφότεροι στόχοι –σταθερότητα και επενδύσεις– προϋπέθεταν γενναιόδωρες δόσεις κρατικού παρεμβατισμού –στα πλαίσια, βέβαια, μίας δυτικής, καπιταλιστικής οικονομίας.

Σταθερότητα, σήμαινε διαμόρφωση ενός ευνοϊκού μακροοικονομικού περιβάλλοντος με σταθερό νόμισμα, χαμηλό πληθωρισμό, δημοσιονομική πειθαρχία και μισθολογική εγκράτεια, δηλαδή την διατήρηση των μισθολογικών αυξήσεων σε επίπεδα κοντά στην βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας. Οι προϋπολογισμοί ήταν φειδωλοί και λίγο-πολύ ισοσκελισμένοι, με το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων να χρηματοδοτείται εν μέρει μέσω δανεισμού.

Όσο για τις επενδύσεις, αυτές είχαν στόχο την εκτατική μεγέθυνση και την εκβιομηχάνιση. Ορισμένες ήταν δημόσιες, κυρίως σε βασικές υποδομές όπως η ενέργεια, οι μεταφορές και οι τηλεπικοινωνίες. Οι περισσότερες επενδύσεις ήταν όμως ιδιωτικές. Εκεί, το κράτος παρενέβαινε στις αγορές για να κατευθύνει τα κεφάλαια σε συγκεκριμένους κλάδους […] Το σημαντικότερο εργαλείο είναι το ίδιο το τραπεζικό σύστημα, όπου η περίφημη Νομισματική Επιτροπή χρησιμοποιούσε διάφορους μηχανισμούς «χρηματοοικονομικής καταστολής».[…]

 

Πόσα από αυτά μεταβλήθηκαν μετά την επιβολή της Δικτατορίας, το 1967; Υπήρξε συνέχεια ή ασυνέχεια; Οι παράγραφοι που ακολουθούν επιμένουν στην συνέχεια –στις ιδέες, τους στόχους και τα μέσα πολιτικής.

Παρά τις επαναστατικές διακηρύξεις της, η χούντα δεν υπήρξε φορέας κάποιας ριζοσπαστικής ιδεολογίας –ιδίως στον τομέα της οικονομίας, όπου ουσιαστικά υποσχέθηκε να συνεχίσει να προσφέρει τους καρπούς της οικονομικής μεγέθυνσης, χωρίς τις σπατάλες, την διαφθορά και την μικροπολιτική των κομμάτων.

Η νομισματική σταθερότητα διατηρήθηκε, τουλάχιστον μέχρι το 1973, […] Ο δασμολογικός αφοπλισμός με την ΕΟΚ συνεχίστηκε, σε πλήρη εφαρμογή της Συμφωνίας Σύνδεσης του 1961, και παρά την αναστολή ορισμένων άρθρων της Συμφωνίας. Η μισθολογική πολιτική παρέμεινε εγκρατής, με τις ονομαστικές αυξήσεις να παρακολουθούν την αύξηση της παραγωγικότητας. […] Οι ρυθμοί αύξησης των πραγματικών μισθών διατηρήθηκαν κάτω από τους αντίστοιχους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας, ενισχύοντας τα κέρδη των επιχειρήσεων και βελτιώνοντας την διεθνή ανταγωνιστικότητα της παραγωγής. Τίποτα από αυτά, ωστόσο, δεν αποτέλεσε τομή για το μεταπολεμικό καθεστώς οικονομικής πολιτικής· παράλληλα, οι ταχείς ρυθμοί ανόδου της παραγωγικότητας επέτρεπαν γενναίες αυξήσεις των πραγματικών μισθών -τουλάχιστον μέχρι την αναζωπύρωση του πληθωρισμού, το 1973-74.[…]

Οι δαπάνες παρακολούθησαν τα έσοδα και ο τακτικός προϋπολογισμός παρέμεινα οριακά πλεονασματικός, με τα όποια ελλείμματα να προκύπτουν κυρίως το από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Οι κοινωνικές δαπάνες παρέμειναν πενιχρές, αλλά και αυτό αποτελεί διαχρονικό μοτίβο της μεταπολεμικής οικονομίας και δεν σηματοδοτούσε καμία ιστορική τομή.

Ανδρέας Κακριδής, από το συλλογικό Τα οικονομικά της Δικτατορίας 1967-74


Από το σύντομο δρόμο προχώρησε προς το Βουλεβάρτο. Θα περπατούσε μέχρι να βρει κάποιο ερείπιο. Από το δρόμο που πήρε δεν μπορούσε να στρίψει ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Στο τέλος του δρόμου βρήκε ένα γκρεμισμένο ντουβάρι.

Μόλις κάθισε, ένιωσε την κούραση του. Το σώμα του είχε ξυλιάσει σε βαθμό που δεν κατάλαβε πόσο κρύα ήταν η πέτρα που κάθισε. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο ένιωθε την απόλαυση που του έδινε το να κάθεται με απλωμένα τα πόδια.

Λίγο πιο πέρα από το καλντερίμι, πέρασε μια περίπολος. Έτσι όπως ήταν κρυμμένος ήταν αδύνατο να τον δουν. Μονάχα καλογυμνασμένα σκυλιά θα μπορούσαν να ανακαλύψουν το κρησφύγετό του.

Κάποια στιγμή, μια από τις δεν ξέρω πόσες αισθήσεις του τού έβαλε μέσα του μια ανησυχία. Ανασηκώθηκε κι άρχισε να περπατά. Δεν πέρασαν δυο-τρία λεπτά, από το βάθος του ντουβαριού που είχε κρυφτεί ακούστηκαν σφυρίγματα. Αυτός όμως είχε κιόλας στρίψει τη γωνία κι είχε φύγει από το φως του φαναριού.

[…]

Μόλο που ήξερε ότι δε θα συναντούσε κανέναν, γύρω από το σπίτι του έκανε ένα κύκλο.  

       Ριφάτ Ιλγκάζ, Νύχτες συσκότισης

 

 

 

 

 

Σχετικά

1. Ο Δημήτρης Παπαχρήστος νιώθει ακόμη χρεωμένος στους νεκρούς του Πολυτεχνείου

2. Σχέδιο Μάρσαλ για την Ελλάδα

3. Από τη Μεταπολίτευση έως την Ένταξη στην Ευρωζώνη (1974-1999)

4. Η ελληνική οικονομία πριν και μετά τη μεταπολίτευση

5. Η ακτινογραφία της ελληνικής οικονομίας από το 1950 έως το 2019

6. Ο Νόμος της Πτωτικής Τάσης του Ποσοστού Κέρδους


 

 

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Ενδεχόμενη κίνηση για νέα υψηλά σε ΓΔ και S&P500

Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης (εδώ) ρίχνουμε μια σύντομη ματιά κατ' αρχήν στον S&P 500 που δείχνει να ανακτά την ιστορική κορυφή των 6900 μον. αλλά ενώ έχει φτάσει πλέον σε πολύ υψηλά επίπεδα εντός του πλαγιοανοδικού καναλιού του και ενώ θα μπορούσε να διορθώσει κατά ~10% ή ~20% (για να στηριχθεί στις κάτω γραμμές των καναλιών του) χωρίς να χάσει την ανοδική του τάση. Σε αντίθετη περίπτωση θα τον δούμε να επιταχύνει υπερβαίνοντας το κανάλι του.


Στον ΓΔ τώρα, έχουμε την αναμέτρηση του με την πλαγιοκαθοδική γραμμή αντίστασης ε ύστερα από την ισχυρή στήριξη στην περιοχή 1960-2000 μον. Η διάσπαση της ε θα επιτρέψει την κίνηση προς νέα υψηλά δείχνοντας ότι η έξοδος από το πλαγιοανοδικό κανάλι Α δεν είχε σοβαρά αποτελέσματα στην μεσο- και μακροπρόθεσμη τάση. 


Εβδομαδιαίο διάγραμμα του ΓΔ (οι κίτρινες ελλείψεις είναι εβδομαδιαία "κεριά" στο πλαγιοανοδικό κανάλι που έχει χαραχτεί με βάση τα μηνιαία "κεριά")


Μηνιαίο διάγραμμα του ΓΔ (ο StochRSI μπορεί εντός του Δεκεμβρίου να βρεθεί και πάλι πάνω από τον κινητό της μέσος υποστηρίζοντας την περαιτέρω άνοδο του ΓΔ)



Σχετικό

(ενημέρωση 21/12/2025)











     



  

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Η δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης

 

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή η κυβέρνηση παρουσιάζει τον νέο Προϋπολογισμό του κράτους στον οποίο καθρεφτίζεται η βασική οικονομική πολιτική της χώρας. Είναι μια ευκαιρία να ρίξουμε μια ματιά στις βασικές γραμμές πάνω στις οποίες κινείται δημοσιονομικά η κυβέρνηση της ΝΔ.

Θα ξεκινήσουμε περιγράφοντας με απλά λόγια τι υποδηλώνουν οι τίτλοι των εσόδων και των δαπανών που εμφανίζονται στον κρατικό προϋπολογισμό.

 

Έσοδα

Κοινωνικές εισφορές

Περιλαμβάνονται κυρίως οι εισφορές των εργαζόμενων για παροχές υγείας από το Δημόσιο.

Μεταβιβάσεις

Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται κυρίως τα έσοδα του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων από:

• το συγχρηματοδοτούμενο σκέλος

• μέρος του εθνικού σκέλους ύψους

• το Ταμείο Ανάκαμψης-ΤΑΑ (δαπάνες μείον τον ΦΠΑ).

Πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών

Περιλαμβάνονται κυρίως τα έσοδα από παράβολα, μισθώματα κτηρίων και υποδομών καθώς και από προμήθειες λόγω παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.

Λοιπά τρέχοντα έσοδα

Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες εσόδων, με κυριότερες τους τόκους καταθέσεων του Ελληνικού Δημοσίου, τα μερίσματα από τη συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο διαφόρων εταιρειών, τους τόκους από ομόλογα που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο, τις διάφορες κατηγορίες προστίμων και προσαυξήσεων, το μεγαλύτερο ποσοστό των εσόδων του εθνικού σκέλους του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων, το οποίο προέρχεται κυρίως από επιστροφές ποσών από Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) για εκτέλεση έργων επενδύσεων καθώς και τις επιστροφές ιδίων πόρων από την ΕΕ.

Πωλήσεις παγίων περιουσιακών στοιχείων

Αφορά κυρίως σε έσοδα από την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, μέσω της διαδικασίας αποκρατικοποιήσεων από το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ).

Επιστροφές εσόδων

Οι επιστροφές αχρεωστήτως εισπραχθέντων εσόδων (κυρίως επιστροφές ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος)

 

Πληροφοριακά στοιχεία

- Έσοδα ΑΠΔΕ εκτός ΤΑΑ

Περιλαμβάνονται στις κατηγορίες «Μεταβιβάσεις» και «Λοιπά τρέχοντα έσοδα»

- Έσοδα ΤΑΑ

Τα έσοδα του ΤΑΑ περιλαμβάνονται στην κατηγορία «Μεταβιβάσεις»

 

Δαπάνες

Παροχές σε εργαζόμενους

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται οι κάθε είδους αποδοχές τακτικών υπαλλήλων (μόνιμων και ΙΔΑΧ), υπαλλήλων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου (μέχρι και οι παροχές κληρωτών) και αιρετών, οργάνων διοίκησης καθώς και οι αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές. Σε αυτές τις δαπάνες δεν περιλαμβάνονται οι μισθοί κλπ των εργαζομένων σε ΝΠΔΔ, ΟΚΑ και ΟΤΑ.

Κοινωνικές Παροχές

Οι δαπάνες της κατηγορίας αυτής περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το επίδομα θέρμανσης, τις συντάξεις που καταβάλλονται απευθείας από το κράτος (άρθρο 4 παρ.3 του ν.4387/2016, Α’ 85) καθώς και τις λοιπές παροχές κοινωνικής πρόνοιας σε είδος και σε χρήμα. (ενδεικτικά, το 2024, το ύψος των εν λόγω δαπανών εκτιμάται στο ποσό των 346 εκατ. ευρώ).

Μεταβιβάσεις

Οι μεταβιβαστικές πληρωμές περιλαμβάνουν επιχορηγήσεις και αποδόσεις σε υποτομείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως τους ΟΤΑ και τους ΟΚΑ, τα νοσοκομεία, τις δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) καθώς και σε λοιπούς φορείς εντός και εκτός Γενικής Κυβέρνησης, σε οργανισμούς του εξωτερικού και στην ΕΕ. Επίσης, περιλαμβάνονται οι επιχορηγήσεις για επενδύσεις, οι καταπτώσεις εγγυήσεων, οι αναλήψεις χρεών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης καθώς και οι αποζημιώσεις λόγω δικαστικών αποφάσεων.

Αγορές αγαθών και υπηρεσιών

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται δαπάνες καταναλωτικού χαρακτήρα (ενδεικτικά για το 2024 δαπάνες αυτές εκτιμώνται σε 2.257 εκατ. ευρώ,

Επιδοτήσεις

Περιλαμβάνονται κυρίως οι επιδοτήσεις προς την ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΑΕ και τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ) για την καθολική ταχυδρομική υπηρεσία (για το 2024 περίπου 76 εκατ. Ευρώ).

Τόκοι (σε ακαθάριστη βάση)

Από τους τόκους αυτούς αφαιρούνται οι τόκοι που εισπράττουν οι διάφοροι Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης (από διάφορα δάνεια που έχουν δώσει στην Κυβέρνηση) και προκύπτει το κονδύλι «καθαροί τόκοι».

Λοιπές δαπάνες

Οι λοιπές δαπάνες περιλαμβάνουν κυρίως τη δαπάνη για τις επιστροφές στην ΕΕ από ανεκτέλεστα προγράμματα καθώς και τη δαπάνη για τα πρόστιμα προς την ΕΕ.

Πιστώσεις υπό κατανομή

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται κυρίως οι δαπάνες του ΑΠΔΕ* και των αποθεματικών του κρατικού προϋπολογισμού (παρ.1 και 8 του άρθρου 59 του ν.4270/2014) και για το 2025 στα 17.602 εκατ. ευρώ).

(για το 2024 το συνολικό ποσό για την κατηγορία αυτή εκτιμάται σε 14.365 εκατ. ευρώ:

• οι δαπάνες του εθνικού και συγχρηματοδοτούμενου σκέλους του ΑΠΔΕ ύψους 9.850 εκατ. ευρώ,

• οι δαπάνες του σκέλους επιχορηγήσεων του ΤΑΑ, ύψους 3.300 εκατ. ευρώ,

• οι δαπάνες για νέες προσλήψεις προσωπικού του οποίου η μισθοδοσία καλύπτεται από τον τακτικό προϋπολογισμό και για λοιπές μισθολογικές δαπάνες, συνολικού ύψους 108 εκατ. ευρώ,

• δαπάνες ύψους 149 εκατ. ευρώ, εγγεγραμμένες από την έκτακτη Προσωρινή Συνεισφορά Αλληλεγγύης του φορολογικού έτους 2022, η οποία επιβλήθηκε σε εταιρείες με οικονομικές δραστηριότητες στους τομείς της εξόρυξης λιθάνθρακα και λιγνίτη, της άντλησης αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου, της παραγωγής προϊόντων οπτανθρακοποίησης και διύλισης πετρελαίου και

• δαπάνες ύψους 85 εκατ. ευρώ για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών).

Αγορές παγίων περιουσιακών στοιχείων

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται οι αγορές πάγιου εξοπλισμού των φορέων της Κεντρικής Διοίκησης και οι φυσικές παραλαβές οπλικών συστημάτων.

Πληροφοριακά Στοιχεία:

Δαπάνες ΑΠΔΕ εκτός ΤΑΑ (το 2024 οι εν λόγω δαπάνες ανήλθαν σε 9.850 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων ποσό ύψους 7.100 εκατ. ευρώ αφορά σε έργα που συγχρηματοδοτούνται από την ΕΕ και ποσό ύψους 2.750 εκατ. ευρώ αφορά σε έργα που χρηματοδοτούνται αμιγώς από εθνικούς πόρους).

Δαπάνες ΤΑΑ Οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το σκέλος των επιχορηγήσεων του ΤΑΑ.

 

* Το ΑΠΔΕ («Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων»), είναι το κύριο εργαλείο της χώρας για τη χρηματοδότηση έργων που συμβάλλουν στην αύξηση της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, όπως υποδομές (δρόμοι, νοσοκομεία, σχολεία) και δράσεις για τον περιορισμό κοινωνικού αποκλεισμού ή την αποκατάσταση φυσικών καταστροφών. Χρηματοδοτείται μέσω του Κρατικού Προϋπολογισμού και υλοποιείται σε εθνικό και συγχρηματοδοτούμενο σκέλος.

 

Ας περάσουμε τώρα στην σύγκριση των προϋπολογισμών του 2019 με τους προϋπολογισμούς της ΝΔ (για το έτος 2024 εκτίμηση εκτέλεσης, για το 2025 πρόβλεψη)


 Εικόνα 1. Προϋπολογισμοί 2019 και 2022-25

 

Τι βλέπουμε από την σύγκριση των ετών διακυβέρνησης της ΝΔ ως προς το 2019:

Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 35% (ή κατά ~13% αν αφαιρέσουμε τον πληθωρισμό)

Κατά το ίδιο ποσοστό αυξήθηκαν και τα καθαρά φορολογικά έσοδα (μετά την αφαίρεση των επιστροφών φόρου). Η αύξηση οφείλεται περισσότερο στην αύξηση των έμμεσων φόρων που έχουν την υψηλότερη αναλογία στην ΕΕ.

Το κονδύλι των τόκων (σε ακαθάριστη βάση) έχει αυξηθεί κατά 46%, πολύ πάνω από την αύξηση τόσο του ΑΕΠ όσο και των δημοσίων εσόδων.

Σημαντικά έχουν αυξηθεί τα έσοδα από ΠΔΕ και ΤΑΑ πολύ περισσότερο όμως οι αντίστοιχες δαπάνες. Το αποτέλεσμα είναι να έχει δημιουργηθεί ένα μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο αυτών ακριβώς των δαπανών.

 

►Οι μισθοί   

Το σύνολο των μισθών ΔΥ, αιρετών και οργάνων διοίκησης (μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές) συμπεριλαμβανομένων των ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, ΟΚΑ και επαναταξινομημένων ΔΕΚΟ (ΟΣΕ, ΕΡΤ, ΕΛΒΟ, ΕΑΒ, ΟΠΕΚΕΠΕ κλπ) αυξήθηκε κατά 19,8% δηλαδή λίγο κάτω από τον πληθωρισμό. Ως ποσοστό του ΑΕΠ αυτές οι δαπάνες μειώθηκαν από το 9,56% στο 8,48%. Όμως οι ατομικοί μισθοί της πλειονότητας των ΔΥ έχουν αυξηθεί πολύ λιγότερο από τον πληθωρισμό με αποτέλεσμα οι «Μέσες αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων στην κεντρική δημόσια διοίκηση» να έχουν πέσει στην τελευταία θέση στην ΕΕ: από 1011,8€ το 2019 ανέβηκαν μόλις στα 1138€ δλδ αυξημένες κατά 12,5% ενώ μόνο για να διατηρηθεί η αγοραστική τους δύναμη θα έπρεπε να έχουν αυξηθεί κατά 17% από το 2019. Η μείωση του πραγματικού μισθού των ΔΥ (πλην κάποιων τομέων του κράτους) είναι μόνιμη κατάσταση από το 2009 και εξακολουθεί και μειώνεται και μετά το 2015 με εργαλείο τον πληθωρισμό. Στον παρακάτω πίνακα βλέπουμε τον μέσο ονομαστικό μισθό από το 2015 μέχρι το 2024 όπως τον δίνει η EUROSTAT και την τιμή που θα είχε ο μισθός αν απλώς αυξανόταν με βάση τον πληθωρισμό. Έτσι ο μισθός των 1081,6€ του 2015 θα έπρεπε να έχει φτάσει το 2024 στα 1279,5€ για να μην χάσει την αγοραστική του δύναμη.   

(Σε αντιπαραβολή, στην Πορτογαλία ο μισθός έχει ανέβει από τα 1467€ το 2015 στα 1860€ το 2024 ενώ αν αυξανόταν μόνο με βάση τον πληθωρισμό θα έπρεπε να είχε τιμή 1760€)

Πίνακας 1. Μέσος καθαρός μισθός, ονομαστική τιμή και πληθωρισμένη τιμή με βάση τον επίσημο ΔτΚ


 Εικόνα 2. Μέσος καθαρός μισθός ΔΥ στην Κεντρική Διοίκηση

 

Εικόνα 3. Μέσος καθαρός μισθός ΔΥ στην Κεντρική Διοίκηση και πραγματικό ΑΕΠ κατά κεφαλήν (την περίοδο 2019-25 ο μεν μισθός αυξήθηκε 5,2% ενώ το πραγμτικό ΑΕΠ κατά κεφαλήν 18,1%. Στην ΕΕ τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 29,8% και 12,9%)

Η ίδια εικόνα για τους ατομικούς μισθούς προκύπτει και με βάση το Ενιαίο Μισθολόγιο (δεν περιλαμβάνονται σε αυτό τα Ειδικά Μισθολόγια ιατρών, ενστόλων, δικαστών, διπλωματών και καθηγητών ΑΕΙ). Ας το δούμε στην περίπτωση ενός πτυχιούχου ΔΥ ο οποίος το 2019 βρισκόταν στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο (ΜΚ) και είχε (μικτό) μισθό 1505€ σύμφωνα με το Μισθολόγιο του 2016. Ο ίδιος, το 2025, ανέβηκε λόγω “ωρίμανσης” στο 11ο ΜΚ στο οποίο ο μισθός είχε προβλεφθεί το 2016 να βρίσκεται στα 1682€. Λόγω πληθωρισμού όμως τα 1682€, για να διατηρήσουν την αγοραστική δύναμη του 2016, θα έπρεπε να έχουν γίνει 2029€. Με το μισθολόγιο του 2025 όμως, που θέσπισε η ΝΔ, παίρνει μόλις 1782€ (έναντι των 2029€ που θα έπρεπε να πάρει), δλδ έχει χάσει το 12% της αγοραστικής δύναμης του παλαιού Μισθολογίου. Πρακτικά όλα τα ΜΚ, παρά τις (γλίσχρες) αυξήσεις της περιόδου 2023-25, έχουν απωλέσει ένα ~12% της αγοραστικής τους δύναμης.

Πίνακας 2. Απώλεια αγοραστικής δύναμης μισθού λόγω πληθωρισμού

 

Τι έχει συμβεί όμως και το μισθολογικό κόστος έχει πέσει «μόνο» από το 9,56% του ΑΕΠ στο 8,48% αφού η μείωση της αγοραστικής δύναμης είναι πολύ μεγαλύτερη; Ένα μέρος της απάντησης είναι ότι η κυβέρνηση έχει δώσει μεγαλύτερες αυξήσεις στα Ειδικά Μισθολόγια, στους κατέχοντες θέσεις ευθύνης δλδ τμηματάρχες, διευθυντές, γενικούς διευθυντές (τα σχετικά επιδόματα θέσεων ευθύνης έχουν αυξηθεί κατά ~50% από το 2016) και επιδόματα ή/και πλασματικές υπερωρίες σε διάφορους Φορείς (πχ Ανεξάρτητες Αρχές, Υπ. Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ΔΙΜΕΑ/Υπ. Ανάπτυξης κλπ). Το άλλο μέρος της απάντησης είναι ότι έχει προχωρήσει σε προσλήψεις συμβασιούχων (αναφέρονται ως «μη τακτικό προσωπικό») μεταξύ των οποίων και ανέργους προγραμμάτων του ΟΑΕΔ ώστε να δημιουργήσει πελατειακά δίκτυα για εκλογική εκμετάλλευση. Ουσιαστικά αντί να δώσει αυξήσεις στο ύψος του πληθωρισμού κλέβει από την μεγάλη μάζα των πολιτικών ΔΥ και με τα χρήματα εξαγοράζει ψήφους από τα Ειδικά Μισθολόγια, τους προϊσταμένους (ανέρχονται στα 65 χιλ άτομα) και εξαγοράσιμους φουκαράδες του ΙΤ που τους “απασχολεί” με ολιγόμηνης διάρκειας συμβάσεις εργασίας.


Πίνακας 3. Πληθυσμός ΔΥ, αιρετών και οργάνων διοίκησης

 

►ΠΔΕ και ΤΑΑ

Η δεύτερη προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι η επιδότηση των ιδιωτικών επιχειρήσεων μέσω του ΠΔΕ κα του ΤΑΑ για να αυξηθούν οι επενδύσεις της χώρας (ως γνωστόν ο Έλληνας αρέσκεται να παριστάνει τον επενδυτή με τα λεφτά των άλλων) συντηρώντας ένα σταθερά υψηλό έλλειμμα στο άθροισμα ΠΔΕ+ΤΑΑ της τάξης των 5-6 δισ. κάθε χρόνο.  

Με την τακτική αυτή η κυβέρνηση προσπαθεί αφενός να δείξει ότι αυξάνουν οι επενδύσεις στην ελληνική οικονομία και αφετέρου να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη. Εναλλακτικά θα μπορούσε να μην έχει έλλειμμα από ΠΔΕ+ΤΑΑ και τα χρήματα αυτά να τα δίνει για να μειώνει την ονομαστική τιμή του δημόσιου χρέους. Συνειδητά όμως δημιουργεί έλλειμμα από ΠΔΕ+ΤΑΑ κρατώντας σταθερή την ονομαστική τιμή του δημόσιου χρέους ώστε, τελικά να συντηρείται μια μεγέθυνση της οικονομίας στο ~2,5% και ταυτοχρόνως να μειώνεται το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ενώ την ίδια στιγμή εξάγονται τα πρωτογενή πλεονάσματα με τα οποία πληρώνονται οι τόκοι. 



Συμπερασματικά:

Μειώνοντας τους πραγματικούς μισθούς των ΔΥ για να χρηματοδοτηθεί η εξαγορά ψήφων μέσω «μαδουροεπιδομάτων», 

ταυτοχρόνως δημιουργείται (συνειδητά) μικρό δημοσιονομικό έλλειμμα μέσω των ελλειμμάτων σε ΠΔΕ+ΤΑΑ ώστε να συντηρείται 

α) μικρή μόνο αύξηση (ή σταθεροποίηση) της ονομαστικής τιμής του δημοσίου χρέους και 

β) παράλληλη αύξηση του ΑΕΠ και των επενδύσεων ώστε να μειώνεται το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ.

 

►Οι συντάξεις  

Οι συντάξεις είναι άλλο ένα «καυτό» πεδίο του προϋπολογισμού καθώς αποτελεί σημαντικό μέρος των δημόσιων δαπανών. Ταυτοχρόνως όμως οι συνταξιούχοι αποτελούν και μια μεγάλη δεξαμενή ψήφων αφού αποτελούν περίπου το 25% του πληθυσμού και ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό του εκλογικού σώματος. Ας δούμε την εικόνα για το 2019 και για το 2025* (με βάση τα στοιχεία από το Σύστημα συντάξεων Ήλιος).

Έτος

2019

2025

Μεταβολή (%)

Συνταξιούχοι

2.529.331

2.506.490

-0,9%

Κύριες συντάξεις (€)

24.055.939.388

29.048.064.745

20,8%

Επικουρικές συντάξεις (€)

2.567.599.892

3.254.079.156

26,7%

Μερίσματα (€)

478.688.980

594.416.052

24,2%

Σύνολο

27.104.757.591

32.899.066.444

21,4%

Από τον κρατικό π/υ

13.950.000.000

15.521.000.000

11,3%

 

Ποσοστό συντάξεων στο ΑΕΠ

14,8%

13,3%

 

Ποσοστό επιχορήγησης συντάξεων % του ΑΕΠ

7,6%

6,3%

 

*Για το 2025 τα στοιχεία προκύπτουν από τις πραγματοποιήσεις του οκταμήνου Ιανουαρίου-Αυγούστου ενώ συμπληρώνονται από μια προβολή για την περίοδο Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου.      

Πίνακας 4. Αριθμός συνταξιούχων και συνταξιοδοτικές δαπάνες 2019 και 2025

Και εδώ φαίνεται μείωση του συνταξιοδοτικού κόστους από το 14,8% του ΑΕΠ το 2019 στο 13,3% το 2025 προσεγγίζοντας τον ευρωπαϊκό μ.ο. (~12,5% του ΑΕΠ) με ταυτόχρονη μείωση της επιχορήγησης των συντάξεων από τον προϋπολογισμό ως ποσοστό του ΑΕΠ.     

  

Ας δούμε και στην πράξη πως εκτελέστηκε ο κρατικός προϋπολογισμός το πρώτο εξάμηνο του 2025 και πως η εκτέλεση του υπάκουσε στις προτεραιότητες που περιγράψαμε παραπάνω:


 Πίνακας 5. Εκτέλεση προϋπολογισμού πρώτου εξαμήνου του 2025

 

►Το δημόσιο χρέος

Στην λογική της κυβέρνησης (και προφανώς των δανειστών που την ελέγχουν) φαίνεται πως δεν είναι η μείωση της ονομαστικής τιμής του δημοσίου χρέους αλλά η συντήρηση του σε σταθερά επίπεδα με ταυτόχρονη αύξηση του ΑΕΠ ώστε να μειώνεται ο λόγος χρέους/ΑΕΠ και ταυτοχρόνως να πληρώνονται οι τόκοι.

Εδώ έχουμε δυο παρατηρήσεις.

Η πρώτη είναι ότι η τακτική της συντήρησης του χρέους «έσπασε» την περίοδο του κορονοϊού όπου η κυβέρνηση αναγκάστηκε να δημιουργήσει ελλείμματα τα οποία κάλυψε με εσωτερικό δανεισμό από κρατικά Νομικά Πρόσωπα (αν και με μεθόδους αδιαφανείς που από τότε δεν έχει εξηγήσει επαρκώς).

Η δεύτερη αφορά στην απόκρυψη του συνολικού δημόσιου χρέους καθώς παρουσιάζεται το Χρέος Γενικής Κυβέρνησης το οποίο είναι ουσιαστικά το χρέος προς τους δανειστές του εξωτερικού (Κράτη και ιδιώτες) και τους ιδιώτες δανειστές εσωτερικού ενώ το πραγματικό δημόσιο χρέος είναι το Χρέος Κεντρικής Διοίκησης (είναι αυτό που το 2009 ανερχόταν στα 300 δις και μας έβαλε στα μνημόνια ευρωλιτότητας). Το χρέος αυτό σήμερα ξεπερνά τα 400 δις (το 2019 ανερχόταν στα 356 δις) και μάλιστα δεν έχουν συμπεριληφθεί σε αυτά και οι αναβαλλόμενοι τόκοι (το 2032, οπότε «ξαφνικά» θα εμφανιστούν οι τόκοι αυτοί ως επιπλέον χρέος, αναμένεται να έχουν ανέλθει στα ~25δις).

Με την αναφορά στο χρέος Γενικής Κυβέρνησης –αντί του χρέους Κεντρικής Διοίκησης, όπως γινόταν παλαιά- επιτυγχάνεται και η δημιουργία της εικόνας του «θαύματος» της κυβέρνησης Μητσοτάκη στην διαχείριση του Δημόσιου Χρέους.   


 Εικόνα 4. Χρέος Κεντρικής Διοίκησης 2023 και 2024

 


Εικόνα 5. Χρέος Κεντρικής Διοίκησης vs Χρέος Γενικής Κυβέρνησης (δεν περιλαμβάνεται το χρέος που οφείλεται στους αναβαλλόμενους τόκους) 


 Εικόνα 6. Χρέος Κεντρικής Διοίκησης και Γενικής Κυβέρνησης 2009

Η κυβέρνηση, με την βοήθεια των δανειστών, προσπαθεί να παρουσιάσει μια βολική εικόνα για την ελληνική οικονομία ενώ είναι γνωστό πως με εξαίρεση το πλουσιότερο τμήμα του πληθυσμού οι υπόλοιπος κόσμος τα φέρνει δύσκολα βόλτα στην καθημερινή του ζωή. Ξεκινώντας με βασικές προτεραιότητες την εξυπηρέτηση του χρέους και την αύξηση των εισοδημάτων του κεφαλαίου και τηςανώτερης μεσαίας τάξης οι προϋπολογισμοί της χώρας είναι προσαρμοσμένοι ακριβώς σε αυτές τις δυο προτεραιότητες. Όμως ο κίνδυνος μιας ύφεσης, το σαθρό οικονομικό μοντέλο, η εξάρτηση από τα ευρωπαϊκά Ταμεία, η έλλειψη παραγωγικών επενδύσεων και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που επιμένει καθιστούν την «βολική εικόνα» επισφαλή ενόσω η χώρα κατρακυλά σε όλους τους δείκτες σε μια προβληματική ΕΕ που σιγοβράζει μέσα στα προβλήματα της.      

Εικόνα 7. Χρηματοδοτικές ανάγκες και πηγές χρηματοδότησης για το 2026 (σε δισ ευρώ). 6,74 δισ θα πληρώσει ο προϋπολογισμός προς ιδιώτες μέσω του ΤΑΑ!  



Σχετικά:

1. Επικίνδυνες μέρες για το (ελληνικό) Ταμείο Ανάκαμψης και τον Προϋπολογισμό

2. Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας: η ελληνική περίπτωση

3. Δημόσιες επενδύσεις και αναπτυξιακοί κύκλοι

4. Στα 31,3 δισ οι δημόσιες επενδύσεις την διετία 2025-2026

5. Το μεγάλο έλλειμμα των επενδύσεων

6. Λειτουργική ταξινόμηση δημοσίων δαπανών: τι χρηματοδοτεί το ελληνικό κράτος 

7. Πρόωρη αποπληρωμή χρέους ή ισχυρότερη ανάπτυξη 



 

 

Τα «κλεμμένα»

Θεωρητικά, οι απαιτούμενες επενδύσεις για την κάλυψη αναγκών όπως η αύξηση του σχηματισμού κεφαλαίου μιας χώρας και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής μπορούν να χρηματοδοτηθούν, εφόσον η εθνική αποταμίευση δεν επαρκεί, από τις αποταμιεύσεις των ξένων με εξωτερικό δανεισμό. Στην οικονομική ιστορία υπάρχουν πολλές περιπτώσεις χωρών, οι οποίες διατήρησαν για κάποια χρόνια υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης μέσω του εξωτερικού δανεισμού και η Ελλάδα ήταν μια απ’ αυτές πριν την τελευταία παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση. Όμως καμιά χώρα δεν κατάφερε να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης για πολλά χρόνια ενώ έκανε χρήση υπερβολικού δανεισμού από το εξωτερικό. Ειδικότερα στην Ελλάδα, όλες οι χρεοκοπίες ήταν αποτέλεσμα της υπέρμετρης στήριξης από την ξένη αποταμίευση για να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξή της.

Σύμφωνα με τη διαδεδομένη αντίληψη ακαδημαϊκών οικονομολόγων, αλλά και πεποίθηση αξιωματούχων του ΔΝΤ, ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που υπερβαίνουν το 4-5% του ΑΕΠ για διάστημα πέραν των 5-6 ετών θεωρούνται υπερβολικά –ιδιαίτερα για χώρες των οποίων το καθαρό εξωτερικό χρέος υπερβαίνει το 50-60% του ΑΕΠ.

Για παράδειγμα, ακόμη και στην περίπτωση των ΗΠΑ με καθαρό εξωτερικό χρέος περίπου 25% του ΑΕΠ όταν τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ήταν μεταξύ 5% και 6% του ΑΕΠ την περίοδο 2004-2007, υπήρξαν μελέτες που αμφισβήτησαν τη δυνατότητα χρηματοδότησης της Αμερικανικής οικονομίας αν τα ελλείμματα αυτά δεν περιορίζονταν (Obstfeld and Rogoff 2007) –έκτοτε το έλλειμμα έχει περιορισθεί κατά μέσο όρο σε επίπεδα κάτω από 3% του ΑΕΠ.

Η περίπτωση της Ελλάδας συμβαδίζει απόλυτα με τα ευρήματα των Cavallo et al. (2018), σύμφωνα με τα οποία συνεχή και μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εκθέτουν τις χώρες στον κίνδυνο απότομης διακοπής της χρηματοδότησης από το εξωτερικό, με συνέπεια την αντιστροφή της αναπτυξιακής τους πορείας.

The Eurobank Research Bulletin, «Η αποταμίευση στην Ελλάδα (ή γιατί δεν αποταμιεύουμε)»

 

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Τεχνική εικόνα του ΓΔ

Η σημερινή -σύντομη- ανάρτηση δεν έχει να αναφέρει κάποιο νέο πωλητικό σήμα από το σύστημα μου (εδώ) που βρίσκεται εδώ και καιρό σε αγοραστική θέση, αλλά να δώσει την βασική εικόνα του ΓΔ.

Ξεκινώντας από το μηνιαίο διάγραμμα είναι φανερό -και σημαντικό- το πλαγιοανοδικό κανάλι διάρκειας έντεκα μηνών που συνοδεύει με ακρίβεια την άνοδο του ΓΔ και την διάσπαση παλαιών υψηλών, των τελευταίων πριν ξεκινήσει η τραυματική μνημονιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Ο τρέχων μήνας (σημειωμένος με κύκλο) βρίσκεται σε αναμέτρηση με την γραμμή στήριξης του καναλιού αυτού και ως εκ τούτου είναι προφανής η σημασία του.  



Το κανάλι αυτό φαίνεται και στο εβδομαδιαίο διάγραμμα που ακολουθεί. Δυο φορές, μια τον Μάρτιο και μια τον Ιούνιο τα εβδομαδιαία κεριά έπεσαν κάτω από την γραμμή στήριξης αλλά τελικά οι αγοραστές κράτησαν την τάση. Άλλη μια φορά, τον Αύγουστο, έγινε προσωρινή υπέρβαση της γραμμής αντίστασης του καναλιού από τα εβδομαδιαία κεριά αλλά στο τέλος του μήνα το μηνιαίο κλείσιμο είχε επανέλθει στο ενδεκάμηνο κανάλι.



Τέλος, στο ημερήσιο διάγραμμα, μετά το υψηλό της 14 Αυγούστου, έχουν σημασία δυο σημεία:

- το πρώτο είναι ότι η αντίδραση γίνεται μέσω ενός πλαγιοκαθοδικού καναλιού (σημειώνεται με κόκκινες γραμμές οι οποίες έχουν χαραχτεί με βάση τις εβδομαδιαίες τιμές) 

- το δεύτερο, η γραμμή αντίστασης στην περιοχή των 2070 μονάδων όπου και βγαίνουν οι πωλητές 


  






 



  

Τρέχουσα εικόνα του ΓΔ –και μια Τεχνική Ανάλυση για τις τιμές κατοικιών

  Το παρατεταμένο καλοκαίρι του ΧΑΑ συνεχίζεται από τον Μάρτιο του 2020 σημειώνοντας νέα υψηλά και σχηματίζοντας νέα κανάλια μεγαλύτερης κλί...